ikariamag | ελεύθερες πτήσεις - της Φαηδόνας

Η Φαηδόνα είναι ικαριώτικο μαμούνι και την ευνοεί ιδιαίτερα το κλήμα των Καρρών. Δεν έχει βασίλισσα γιατί της αρέσει να κάνει του κεφαλιού της. Την έχει δει με τα φτερά και σβουρίζει από δω κι από κει. Όταν όμως βρίσκεται στο νησί συχνάζει στα πανηγύρια τις πρωινές ώρες και στην παραλία λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει μπάμπουρας . Προσοχή! Τσιμπάει και δεν ψοφάει.

της Φαηδόνας

Το μάτι είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος να πάθεις αδιαθεσία, ζαλάδες, στομαχόπονο, πονοκέφαλο και άλλα. Πρέπει να είναι κανείς προσεχτικός και ειδικά αν καμιά μέρα είναι όμορφος, να φυλάγεται για ν’ αποφύγει τα χειρότερα. Μερικοί είναι πιο επιρρεπείς στο μάτι ή το μπερδεύουν με τη βαρυστομαχιά.

Ήμουν στην παραλία, μπάνιο δεν έκανα γιατί είχε και φουρτούνα. Είχε ένα πανηγύρι, μακρινό κι όχι πολύ φημισμένο. Βοηθάει και η τοποθεσία. Στου διαόλου τη μάνα και κατσικόδρομος. Και η εποχή Ιούλιος, ακόμη δεν είχανε πλακώσει.

Όλο με ρωτάς να σου πω πώς είναι η Ικαρία κι όλο σου λέω «Μμμ, δεν ξέρω». - Ε τι δεν ξέρεις, αφού από εκεί είσαι!

«Χόρτα με λεμόνι, θα της τα πας που της αρέσουν; Μόλις τα έβρασα». Το κοριτσάκι πήρε το πιάτο κι απομακρύνθηκε κάτω απ’ τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Περπάτησε για λίγη ώρα στο χωματόδρομο έως εκεί που ξεκινούσε το μονοπάτι για το σπίτι. Το κοίταξε από χαμηλά, πέτρινο ασοβάτιστο με πύργο. Χωρίς ίχνη ζωής.

Καθώς καθάριζε τ’ αυγά που τους ετοίμαζε, γελούσε. Ξυπόλητη, να στέκεται όρθια στο πέτρινο πάτωμα, μπροστά από το ξύλινο τραπέζι της κουζίνας της. Κότες μπαινόβγαιναν ανενόχλητες, ψάχνοντας για κανένα ψίχουλο. Που και που ξεπρόβαλε ο λεπτός της αστράγαλος, κάτω απ τη μακριά της φούστα για να τους ρίξει μια χαϊδευτική κλοτσιά.

Τότε που μια κάμερα, τούς θύμιζε περισσότερο πολυβόλο. Όταν οι ηλικίες σμίγανε. Όταν ο κόσμος αγκαλιαζόταν. Τότε που οι άνθρωποι γελούσαν.

Αυτός κοιτούσε το φεγγάρι κι εγώ τα μάτια του που έλαμπαν. Κρατούσε ενα μπουκάλι από μπύρα που είχε μέσα ικαριώτικο κρασί. Η μουσική ακουγόταν απαλά, τα φώτα κάτω έμοιαζαν θολά και δε μας θάμπωναν, σα να ήταν όλα μέσα σ’ ένα όνειρο. Δεν ήθελα ποτέ να τελειώσει. Ήμασταν καθισμένοι μες τα ζίγανα, και είχαμε τα βράχια μαξιλάρι. Κρεμασμένοι ακριβώς πάνω απ' το πανηγύρι του χωριού.

Το θέατρο στην πλατεία έλαμπε εκθαμβωτικά εκείνο το βράδυ. Κάθε σκαλιστή λεπτομέρεια στους κίονες και τις αψίδες του, διακρινόταν ολοκάθαρ . Ο κρυφός φωτισμός έδινε την αίσθηση ότι το κτήριο ήταν αυτόφωτο.

25/04/2016 - 15:20Ίκαρος

Ξύπνησε πάλι με νεύρα, πάντα είχε νεύρα, δεν τον χώραγε ο τόπος. Και πώς να τον χωρέσει άλλωστε. Νέος, δυνατός κι εγκλωβισμένος. Φυλακισμένος από τότε που θυμότανε. Στα σπλάχνα μιας τέλειας κατασκευής, έργο του πολυμήχανου πατέρα του.

Κοίταξα μέσα απ’ το παράθυρο και είδα τον παππού και τη γιαγιά καθισμένους στην αμπάρα. Κράταγε ο καθένας το φλιτζάνι του και αργόσυρτα βουτάγανε το παξιμάδι στο ζεστό τους. Βαριεστημένοι και οι δύο με κινήσεις που έμοιαζαν ίδιες από αιώνες. Η αλήθεια είναι ότι κόντευαν να κλείσουνε τον πρώτο. Καμία έκπληξη. Αργά, χωρίς κουβέντες. Τι άλλο πια να μοιραστείς μετά από τόσα χρόνια. Έτσι σκέφτηκα.

Σελίδες