Η ακτινόγραφία ενός σύγχρονου Καριώτικου γάμου: «Φτερά ελευθερίας» #IstoriesErota

Φωτογραφία: Χρύσα Καράφτη

Σκέφτεσαι να παντρευτείς στην Ικαρία; Έλα, παραδέξου το, αν είσαι από κει ή αν πηγαίνεις χρόνια, σίγουρα έχεις ένα αγαπημένο ξωκλήσι ή μια εικόνα στο μυαλό σου για μια τελετή στην παραλία, για το δικό σου «πανηγύρι», όπως το έλεγα κα εγώ, μικρό η μεγάλο· για τα έθιμα και το τι γίνεται σε έναν Καριώτικο γάμο.

Λένε πως ένα από τα πράματα που πρέπει να κάνεις στην Ικαρία είναι να συμμετάσχεις – να ζήσεις - έναν γάμο και τις προετοιμασίες του. Εγώ αυτό το έζησα από την καλή, καλά-καλά, που λέμε καριώτικα, παίζοντας και τον πρωταγωνιστικό ρόλο (Α’ Γυναικείο, δηλαδή, τη Νύφη). Μα, νομίζω πως και το υπόλοιπο καστ, που ήταν ξένοι, το έζησαν και από την καλή και από την ανάποδη. Έτσι, για να το ευχαριστηθούν!

Αποφασίσαμε να παντρευτούμε καταμεσής του Αυγούστου και ενώ έγιναν πολλοί γάμοι τούτη τη χρονιά στο νησί («πωπω πόσοι γάμοι πια φέτος , έσφιξε ο απαυτός μας από τα ρύζια!» όπως σχολίασε και ένας συγχωριανός), ο δικός μας έπεφτε μόνος του μια Κυριακή στις 20 Αυγούστου. Ώρα όχι σίγουρη. Ναι, ξέρω εσύ θα πεις 7 για να προλάβεις το φως της ημέρας και να μην γκρεμοτσακιστεί κανείς στο μονοπάτι και πιστεύεις πως αυτό θα γίνει…αμ δε!

Και προσκλητήριο να έχεις, δηλαδή, που να το λέει κατηγορηματικά, το αψηφούν όλοι με μεγαλοπρέπεια. Εμείς δεν είχαμε καν προσκλητήριο για να τηρήσουμε το έθιμο που θέλει τον γαμπρό να πηγαίνει πόρτα πόρτα και να καλεί τις οικογένειες συνοδεία αλκοολούχων ποτών και ενίοτε του πατέρα ή πεθερού αν υπάρχει. Αντρικές δουλειές, κάτι σαν τον Άγιο Βασίλη, αλλά που γίνεται κυρίως μέρα. Δεν ξέρεις τι είναι ο Άγιος Βασίλης; Είναι το έθιμο της πρωτοχρονιάς που μαζεύονται παρέες αντρών και γυρνάνε όλα τα σπίτια να πουν τα κάλαντα και όπου χτυπήσουν, ό,τι ώρα και να είναι, σηκώνονται οι σπιτονοικοκύρηδες και αρχίζει το φαγοπότι. Το κάλεσμα του γαμπρού είναι πιο κόσμιο πάντως, αποκλείεται να σου έρθει γαμπρός στις 4 τα ξημερώματα. Εκτός και αν το συνδυάσει με τα κάλαντα, να τελειώνει.

Ας πιάσουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Με τον δικό μου μεγάλο έρωτα είχαμε γνωριστεί ένα χρόνο πριν το γάμο. Είναι από τις περιπτώσεις που ξέρεις από την πρώτη μέρα – αν όχι ώρα – πως είναι η σωστή. Έρχεται ξαφνικά και κουμπώνει ένα κομμάτι παζλ μέσα σου, που δεν ήξερες καν ότι λείπει παρότι δεν ήσουν ποτέ ολοκληρωμένος χωρίς αυτό. Και το καταλαβαίνεις αμέσως, σαν να ακούς το «κλακ» ένα πράμα. Θυμάμαι πως, χωρίς να είναι παρών εκείνος, με ρώτησε κάποιος «Από πότε είστε μαζί;» «Από πάντα!» του απάντησα. Και όταν μετέφερα την ερώτηση αυτή στον ίδιο, πριν προλάβω να τελειώσω την φράση μου, έδωσε ακριβώς την ίδια απάντηση. «Από πάντα…εν του το πες;»

Η μεγαλύτερη, πάντως, απόδειξη για μένα (γιατί ποτέ δεν προσπαθώ να αποδείξω σε κανέναν άλλο κάτι, εκτός από τον εαυτό μου όσον αφορά στα συναισθηματικά μου. Φταίει, μάλλον, αυτό το αναρχικό το Καριώτικο DNA) ήταν ότι είναι ο μοναδικός άνθρωπος για τον οποίο είχα φύγει νωρίτερα από ό,τι μπορούσα – και μέσα σε απόλυτη μυστικότητα - από την Ικαρία ώστε να πάω να τον βρω, λίγες μέρες αφότου είχε φύγει εκείνος. Λίγες μέρες αφότου τον γνώρισα, δηλαδή. Όλα ήταν τα ίδια στο νησί, αλλά μου φαίνονταν και τόσο διαφορετικά όταν έφυγε, χωρίς νόημα.  Ξαφνικά δεν με χωρούσε ο τόπος που ήταν ο μόνος μου και μεγαλύτερος έρωτας μέχρι τότε.

Πολλές φορές είχε μέχρι τότε τύχει να με περιμένει (μέχρι να με παρακαλέσει) κάποιος να γυρίσω νωρίτερα από το νησί, γιατί στην Ικαρία προτιμούσα πάντα να πηγαίνω σόλο. Για τον μόνο λόγο ότι είναι το δικό μου κρυφό μαγικό μέρος και τη σχέση μου μαζί της δεν την καταλαβαίνουν οι «απέξω», όχι ότι με νοιάζει κιόλας. Ποτέ δεν το συζητούσα, ούτε καν συνειδητοποιούσα πόσο κοφτή και απόλυτη μπορεί να ήταν η αρνητική μου απάντηση σε μια τέτοια πρόταση. Πρέπει όμως να τους τρόμαζα γιατί κανείς δεν τολμούσε να πει δεύτερη κουβέντα. Ήταν εμφανές πως δεν την σήκωνα.

Μέχρι που αυτό που δεν σήκωνε ο νους μου έγινε επιτακτική ανάγκη. Θυμάμαι πως εκνευρίστηκα όταν ανακοίνωσα πως φεύγω νωρίτερα και κάποιος μου είπε «Βαρέθηκες ε;» Βαρέθηκα; Είναι δυνατόν; Τι να σου λέω και σένα τώρα! «Όχι, καθόλου…» Και το μυστήριο χρονικό αυτού του αστραπιαίου γάμου ξεκινά!

Για να μην τα πολυλογούμε, έχοντας λοιπόν ξεπεράσει το στάδιο της γνωστοποίησης στους κοντινούς συγγενείς (θέλει κανα δυο κεφάλαια από μόνο του αυτό) και ιδίως στους γονείς του, που ζουν στην Ικαρία και θα υφίστατνο όλο το σχετικό κους κους, βρεθήκαμε πρώτη φορά ξανά στο πλοίο το ίδιο Πάσχα πηγαίνοντας με στόχο πέρα από το να περάσουμε τις γιορτές, να συζητήσουμε και για τον γάμο. Ήταν η πρώτη φορά που θα πηγαίναμε μαζί στο νησί, μετά από το «κρυφό» καλοκαιρινό συμβάν που έγινε ευρέως γνωστό τα Χριστούγεννα που ακολούθησαν. Δεν εκπλαγήκαμε και πολύ όταν, μέσα στο σαλόνι του πλοίου και χωρίς καν να έχουν δει ότι καθόμαστε λίγο παραδίπλα, μια συγχωριανή πληροφορούσε την κόρη της για τα νέα του χωριού: ποιος χώρισε ποιος κερατώθηκε και … «Α! ξέρεις και ποιος άλλος παντρεύεται; Ο γιος του ‘Τάδε’!» Εμείς ήμασταν αυτοί. Μάλλον τελικά δεν πάμε να αποφασίσουμε και να τους καλέσουμε, τα έχουν κανονίσει ήδη μόνοι τους!

Και φυσικά όσο και να νομίζει κανείς ότι έχει τον έλεγχο, κάθε μέρα που περνάει καταλαβαίνει πως το νερό στο αυλάκι έχει μπει μόνο του και τρέχει πριν καν προλάβεις να το δεις. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε μια στρατηγική και να κυκλοφορούμε μαζί συνέχεια για να αποφύγουμε τα σχόλια του ξεμοναχιάσματος, μα και 5 λεπτά που άφηνες τον άλλο να χαιρετήσεις κάποιον στην πίσω αυλή που λέει ο λόγος, έβρισκαν χρόνο. «Είσαι κρυφοδαγκάνας εσύ τελικά…!» Δηλαδή, σιγανό ποταμάκι θέλει να πει ο ποιητής. Και άλλα τέτοια χαριτωμένα.

Ξεκινήσαμε, λοιπόν, να δούμε κάτι ξωκλήσια, μιας και αρχικά θέλαμε αυτό το χαλαρό γάμο στην παραλία με τους πιο στενούς για να μπορέσουμε να τους δούμε όλους και γιατί είναι η ιδιοσυγκρασία μας έτσι που δεν σκοπεύαμε να το κάνουμε μεγάλο θέμα.

Μεγάλο θέμα είναι που βρεθήκαμε και είναι ο ένας το ταίρι του άλλο , δεν διατυμπανίζεται αυτό μέσα από την τελετή. Είναι μια χαρά δική μας και όσων μας αγαπούν και τέτοια θα παραμείνει, όσο «θέμα» και να το κάνεις. Οπότε η ιδέα ήταν να περάσει το ζήτημα διακριτικά.

Έλα μου, όμως, που, εκτός του ότι ο πεθε-ρούλης ( Ρούλης είναι το όνομα του και είναι ίσως ο πιο γλυκός άνθρωπος του χωριού) είχε πλανάρει να ξεπαστρέψει ολόκληρο κοπάδι αγριοκάτσικα, -  γιατί πώς να το κάνουμε πρώτο παιδί παντρεύουμε και είναι και το αγόρι – ήδη όποιοι μας έβρισκαν στο δρόμο, μας έλεγαν ότι θα έρθουν στο γάμο μας!  Οπότε έχοντας τη χαρά των γονιών για την οργάνωση του γεγονότος από τη μία και τους αυτόκλητους καλεσμένους μας από την άλλη, υποκύψαμε και εμείς και είπαμε να κάνουμε μια λίστα.

Τι τη θέλαμε τη λίστα, αφού έτσι και αλλιώς καλέστηκε όλο το χωριό; Και βέβαια τα σχέδια για ξωκλήσια και παραλίες και ξυπόλυτο γλέντι ακυρώθηκαν επίσης, γιατί πιο πολύ βολεύει η κουζίνα του συλλόγου στη ρεματιά, στο κέντρο του χωριού. Οπότε γάμος στην μια από τις εκκλησίες του χωριού – του γυαλού, τελικά, για να μην τρέχει ο κόσμος στην πάνω, λες και έρχεται ο κόσμος στην εκκλησία (κλασσικό καριώτικο συνήθειο για το οποίο πρέπει να είστε προετοιμασμένοι: 50 στην εκκλησία και 1000 στο γλέντι) και κατεβαίνουμε ευθύς αμέσως στο ρέμα όπου θα είναι και ήδη έτοιμα τα τραπέζια από το πανηγύρι που προηγείται. Όλα καλά, αν το δεις θετικά και αυτό μέσα στα όνειρα μου ήταν. Το δικό μας προσωπικό πανηγύρι:

«Δεν χαίρεσαι που είναι η μόνη φορά που θα διαλέξουμε το τραπέζι μας σε πανηγύρι;» του έλεγα με ύφος και χροιά ενθουσιασμού για παρηγοριά στο χαμό που εκείνος ήξερε πως μας περιμένει. Χαιρόμουν όμως στα αλήθεια και για το προσωπικό πανηγύρι και για το παραδοσιακό του πράγματος και για τα ευτράπελα που ήξερα και εγώ πως θα επακολουθήσουν. Πιο πολύ από όλα γιατί θα ξεκινούσαμε με τα πόδια από τα πατρικά με τις συνοδείες μας και θα βρισκόμασταν στην εκκλησία. Στις φωτογραφίες μοιάζει με τους Φουρτουνάτσηδες τσε τους Βροντάτσηδες. Αλλά χαρούμενους! Έτσι με χαρά ξεκινήσαμε, μόνο που εμείς -το ζευγάρι- την παράδοση την πήγαμε ένα βήμα παραπέρα άθελά μας. Φτάσαμε στο νησί μια εβδομάδα πριν. Τελευταία στιγμή δηλαδή. Ανωτέρα βία, βέβαια, αλλά και όταν φτάσαμε χαλαροί ήμασταν, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες όλων να μας αγχώσουν. Ε να μην προδώσουμε και τη φήμη μας, τι Καριώτες είμαστε στο κάτω κάτω; Το ίδιο και η κουμπάρα. Καριωτίνα από τις Ράχες, μένει στην Αθήνα και αντί να έχει κανονίσει λαμπάδες, στέφανα και τα σχετικά που έτσι κ αλλιώς δεν υπάρχουν στην Ικαρία, τα παρήγγειλε από το ίντερνετ εν μέσω Δεκαπενταύγουστου από το νησί γιατί μόνο εκεί, μόνο τότε μπήκε σε μουντ γάμου. Τρέχα μετά εσύ να συνεννοηθείς για τον τόπο συνάντησης με το κούριερ.

Δεν βαριέσαι; Κι αν δεν φτάσουν ποτέ θα βάλουμε κληματόφυλλα όπως στη Λαγκάδα. Και θα ανάψουμε κεράκια της Λαμπρής. Πιο γιούχου νύφη, σας προκαλώ να μου βρείτε! Είχα βέβαια πάντα στο μυαλό μου πως σε γάμο στην Ικαρία οι καλεσμένοι που έρχονται, ξέρουν τι σημαίνει αυτό. Και αν δεν ξέρουν, θα μάθουν! Και αγχωμένο να είναι το ζευγάρι και να θέλει τα πάντα τέλεια με την κάθε λεπτομέρεια στην ώρα της, όλα θα γίνουν στους ρυθμούς του νησιού και του εκάστοτε χωριού. Νόμος! Έτσι και έγινε. Και οι πιο στενοί φίλοι που λέγαμε; Έμαθαν και αυτοί! Και τυροπιτάκια ζύμωσαν και ντολμαδάκια τύλιξαν και πατάτες καθάρισαν και μπομπονιέρες με τα χεράκια τους έφτιαξαν και νηστικοί έμειναν ως το βράδυ γιατί κάθε τρεις και λίγο ερχόταν κάποιος και δώστου οι καφέδες και τραπέζια έστρωσαν …ώπα! Για την ακρίβεια τραπέζια στρώναμε μέχρι και δυο ώρες πριν από το γάμο. Εγώ με τα μπικουτί στο κεφάλι και μια σκούπα από αυτές της μάγισσας Κλο Κλο, οι Αθηναίοι με τις φαηδόνες ολόγυρά τους και τα φενιστίλ παραμάσχαλα και στρώναμε. Αυτά τα μπικουτί με έσωσαν γιατί είχα ραντεβού με την κομμώτρια η οποία για Καριωτίνα πήγε κανονικά στην ώρα της (;) στο σπίτι και έτσι έφυγα λίγο νωρίτερα από τους υπόλοιπους.

Ο γαμπρός που δεν είχε μπικουτί έτρεχε μέχρι τελευταία στιγμή για ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Από φιάλες γκαζιού που δεν είχε προβλεφθεί ότι τελείωναν, επιπλέον πιάτα (εκεί μόνο μου γύρισε το μάτι γιατί είχα κουβαλήσει ένα κάρο από Αθήνα, αλλά ξαφνικά δεν έκαναν! -εισπνοή –  εκπνοή - ,έτσι είναι: θέλει ο καθένας να πει τη γνώμη του είπαμε. Έκαναν τελικά, τα έβαλαν), επιπλέον ντομάτες, αγγούρια, καρέκλες («όοοοχι αυτές είναι του Μονοκαμπιού!»), «Ρε παιδιά ποιος έχει τις πινέζες;» (για να στέκονται τα τραπεζομάντηλα, εγώ δε είχα και επιπλέον τραβέρσες! Ε ρε άντε και να τα κόψουμε /ράψουμε ) και άλλα τέτοια πολλά. Μην σας αγχώσω όμως, όταν φτάσουμε στο παρα πέντε όλα με κάποιο τρόπο έγιναν. Μαγικά και ικαριακά. Εξάλλου κάποια στιγμή μπαίνεις στο κλίμα και ό,τι πρόλαβα, πρόλαβα. Από δω και πέρα πια, όποιος είναι εκεί… και ό,τι τον φωτίσει ο Θεός!

Από το σημείο που αναχωρείς για να ντυθείς, έχεις τελειώσει με όλα αυτά και μαθαίνεις την επόμενη μέρα τι απέγινε. Εξάλλου δεν σε πειράζει πια και που δεν άναψαν τα φαναράκια, είπαμε, το γεγονός έχει φτάσει στην στιγμή της ουσίας του. Αυτή που ντύνεσαι στο πατρικό σπίτι, που βγήκαν νύφες και γαμπροί τόσες γενιές προγόνων πριν από σένα και που ενόσω σου τραγουδούν «Απόψε σου το παίρνουνε και δώσε την ευχή σου / Γαμπρέ τη νύφη να αγαπάς να μην τηνε μαλώνει; / τρια λαλα τρια λαλα τριαλα λαλαλαλαλαλα» κάποιος σε κοντινή απόσταση ντύνεται για σένα, μόνο για σένα. Στο παιδικό του δωμάτιο που φρεσκαρίστηκε και απαλλάχτηκε από τις αφίσες και τις φωτογραφίες από αγώνες. Με την αντίστοιχη συγκίνηση και προσπαθώντας  να αποφύγει την καζούρα που μπορεί η περίσταση να περιλαμβάνει: από αλεύρωμα μέχρι να τον πετάξουν στη δεξαμενή! Γι’ αυτό το τελευταίο μια αγωνία την είχα, μα ευτυχώς η μαμά Τούλα ήταν κέρβερος και δεν άφησε κανέναν να ταλαιπωρήσει το γαμπρό. Και το τηγάνισμα και καταβρόχθισμα της γαμπριάτικης γραβάτας το γλίτωσε ετούτος ο γαμπρός, γιατί εκτός του ότι και η νύφη αλλάζει ρόλο και από απλό κατσικάκι γίνεται τσοπανόσκυλο άμα τη ζορίσεις (και τους είχα απειλήσει το προηγούμενο βράδυ), δεν φόραγε και γραβάτα! Επίσης, όλα και όλα, φοράει που φοράει σπάνια ένα καλό πουκάμισο δεν θα την πληρώσει αυτό τώρα ελλείψει γραβάτας! Η αλήθεια είναι πως η έκταση της καζούρας στο γαμπρό έχει να κάνει με το πόσο πειραχτήρι ήταν στο ιστορικό του και ο ίδιος στους προηγούμενος γάμους (εν μέρει δηλαδή, γιατί και αυτό σχετικό είναι, όπως και το με ποιο κριτήριο σου τις βρέχει ο ζωναράς στο πιπέρι ας πούμε. Ρίχνει σε αυτούς που δεν κάνουν τα τριψίματα που προστάζει η ορχήστρα, σε αυτούς που θεωρεί πως θα κάνει μεγαλύτερο ηχητικό εφέ το φλαπ ή σε όλους ανεξαιρέτως; Όλα μπορεί να συμβούν!)

Ευτυχώς λοιπόν, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι συμβαίνει από την άλλη πλευρά, η πρώτη καμπάνα ακούστηκε! Ωραία, έφτασε! Τελικά η πρώτη είναι για τον παππά. Σύντομα όμως ακούστηκε και η δεύτερη! Η από πάνω πορεία με το γαμπρό έχει καταφθάσει στην εκκλησία. «Άντε να ξεκινάμε και εμείς!» Δίνω το σήμα εκκίνησης γιατί αντίθετα με τις παραδόσεις και ειδικά τις ικαριακές που το παρατραβάνε το θέμα χρόνου, δεν βρίσκω και πολύ ευχάριστο να περιμένουν όσοι έχουν ήδη φτάσει στην ώρα που τους έχεις προαναγγείλει. Άλλο που όλοι πάνε 2 ώρες μετά και αν πας σχετικά κοντά στην ώρα σου (μια ώρα μετά την επίσημη άρχισε ο γάμος μην φανταστείς…) είμαστε 3 και ο κούκος. Ο κούκος για την ακρίβεια – η κουμπάρα δηλαδή- έλειπε όταν μπήκαμε. Λίγο πριν, βγαίνοντας από το σπίτι και προσπαθώντας να οργανώσω από ποιο μονοπάτι θα πάμε (είπαμε ο καθένας έχει τη γνώμη του ), τα παρανυφάκια μικρά και μεγάλα να μπορέσουν να συντονίσουν κράτημα νυφικού και πέπλου με ταυτόχρονο ρυθμό πορείας , τραγούδι αλλά και ποζάρισμα σε φακό ή σελφι από κινητά  (δύσκολο ομολογουμένως) συν όλη την κουστωδία που μου έκανε ερωτήσεις….Ντριιιιιινννν!!! χτυπούσε το τηλέφωνο την ώρα που στρίβαμε για πλατεία «Ευτυχία, η Φραουλίτσα λέει!» (η κουμπάρα δηλαδή) «Φέρτην εδώ».

Η κουμπάρα ήταν κάτι σαν τους νομάδες εκείνη την ημέρα γιατί επέλεξε να πάει να ντυθεί στο σπίτι μιας φίλης που έχει στο οπτικό πεδίο του παραθύρου της την εκκλησία. Στον ήχο λοιπόν της δεύτερης καμπάνας που τη βρήκε μισοντυμένη, με πήρε έντρομη τηλέφωνο και ευτυχώς το είχα δώσει στα μεγαλύτερα παρανυφάκια της πορείας και έτσι το ακούσαμε εμείς και όλη η πλατεία. «Που είσαι; Στην πλατεία;! Πήγαινε όσο πιο αργά μπορείς!»

Ωραία. Άντε να συντονίσουμε τώρα την ανάβαση. Με συνόδευαν το βαφτιστήρι μου και ο κουμπάρος μου και πατέρας του ο οποίος τυγχάνει και Μαραθωνοδρόμος οπότε το πάει…. Σπύρος Λούης, καταλάβατε. Από πίσω παράνυφοι που με τραβάνε από παντού και προς πάσα κατεύθυνση και πιο πίσω όλοι οι υπόλοιποι στο ρυθμό τους, να χαιρετούν τα μπαλκόνια ως συνοδοί Δημάρχου τύπου. Και τραγούδια και γέλια και αμέτρητα πλακόστρωτα σκαλιά και κάτι μπάζα από ένα σπίτι που ανακαινιζόταν στην ανηφόρα. «Μα καλά δεν ξέρουν πως θα περάσει από εδώ η νύφη; Ας τα μάζευαν!» Η αλήθεια είναι ότι γελάσαμε, το ευχαριστηθήκαμε το νυφικό trekking.

Εντωμεταξύ στο προαύλιο: «Έρχεται η νύφη παιδί μου, τώρα στρίβεις τσιγάρο;» Φτου! πάει το τσιγαράκι. Και η τρίτη και τελευταία καμπάνα χτυπάει και βρίσκει την κουμπάρα Φραουλίτσα ποδήλατο να τρέχει καταϊδρωμένη να προλάβει μιας και κρατάει τις βέρες. «Που είναι οι κουμπάροι; Μα καλά βιάζεστε; Τι βιάζεστε πια;»

«Θα φάτε καλά και εσείς βιαστικοί» σκέφτεται, μάλλον, ο παππάς (αυτό καταλαβαίνω από την ευπρεπή παλινδρομική του χειρονομία) ο οποίος δεν είχε προλάβει ούτε καλά καλά τον κλιματισμό να ανάψει θεωρώντας πως θα το εξαντλήσουμε το δυωράκι. Μετά βέβαια τα είπε μπουρδούμ μπορδούμ και πατ κιουτ και αυτός και αν δεν ήταν και εκείνος ο καταιγισμός από ρύζι (τσουβαλάτο κανονικά) δεν θα ήμουν σίγουρη ότι άκουσα τον Ησαΐα. Μα έτσι και αλλιώς όλα έγιναν για εκείνη τη μοναδική στιγμή που διασταυρώνονται αυτά τα βαθιά, τα χαμογελαστά βλέμματα στα σκαλιά… Γι’ αυτό το χαμόγελο στο κεφαλόσκαλο που σε περιμένει, αξίζει να έχεις περάσει από ό,τι εμπόδιο υπήρξε στην πορεία ολόκληρης της ζωής σου ως τώρα. Και εμείς θα κολλήσουμε στα μπάζα που δεν μαζεύτηκαν; Στην Ικαρία είμαστε, ω ναι στην Ικαρία! Και ο Καριώτικος γάμος είναι μια πραγματικότητα που τη ζεις ετούτη τη στιγμή.

Καμιά φωτογραφία και καμιά περιγραφή δεν μπορεί να αποδώσει το φως που έχει αυτή η στιγμή για μας. Κανένα πλάνο και καμιά οργάνωση δεν έχει σημασία. Δεν είχε, ούτε θα έχει ποτέ. Σημασία έχει αυτό που νιώθεις αυτή τη στιγμή και κρατάς μέσα σου για πάντα μαζί με όλες τις ιστορίες του γάμου σου που τον περιβάλλουν. Και θα ακούγονται πια το χειμώνα με τις αναλύσεις και τα κουτσομπολιά του καλοκαιριού. Κατηφορίζοντας στο ρέμα δεν σκεφτόμαστε αν έφτασε το γκάζι για το γαμοπίλαφο ή αν ήταν αρκετές οι ντομάτες, δεν σκεφτόμαστε τίποτα, έχει γίνει κάτι σαν ένα «pause» όλου του σκηνικού γύρω μας που το διακόπτουν ευχάριστα οι Παπιστάνοι.  «

Χίλια καλώς ορίσατε , χίλια και δυό χιλιάδες…» όπως μπαίνουμε στο χώρο του δικού μας, προσωπικού πανηγυριού! Όπως και να είναι αυτό… «χίλια καλώς ορίσατε, φίλοι μου αγαπημένοι!» 

Και στα δικά σας!

Ευτυχία Βασάλου
eftichia.Vasalou@firstdata.com

Υ.Γ – σημειωσούλα- διευκρίνση – όπως θέλει κανείς το λέει! Συνήθως έχω μια σε όλες τις εκθέσεις μου από μικρή, πάντα κάτι επιπλέον σκέφτομαι, οπότε…! Θα μου πείτε, λοιπόν: και τα φτερά της ιστορίας μας που είναι; Παντού, θα σας απαντήσω!
Εκτός του ότι τα φορούσα παντού επάνω μου  - από την κορυφή ως τα νύχια που λένε στην κυριολεξία μιας και τα νυφικά μου σανδάλια ήταν τα φτερά του Ικάρου τα οποία η Χρύσα (η φανταστική μου φωτογράφος) έβγαλε 100 φωτογραφίες – τα φτερά της ελευθερίας δεν είναι ορατά στο απλό μάτι. Δεν είναι σαν αυτά που στολίστηκα παντού. Είναι τα φτερά που μου έδωσε αυτός ο απόλυτος έρωτας, ο μόνος που πήρε θέση δίπλα σε αυτόν που έχω για τον τόπο και αυτός που με έκανε να καταλάβω πως στο μόνο πράγμα που μπορεί κανείς να δεσμευτεί είναι τελικά η…  ελευθερία!

Διαβάστε τις ελεύθερες πτήσεις της Ευτυχίας Βασάλου.