Χάσμα γενεών

Με τις αγροτικές δουλειές της άνοιξης έκοψα το χέρι μου και πήγα στο νοσοκομείο. Μου ‘ρχόταν να σαρτέρω απ’ τον πόνο αλλά επειδή αυτό δε θα με ανακούφιζε, συγκρατιόμουν. Με υποδέχτηκε μια γιατρός που έκανε το αγροτικό της. Κούκλα. «Τι θα θέλατε;» με ρώτησε ενώ το αίμα από το χέρι μου έσταζε στο πάτωμα. «Πάντως όχι εσπρέσο», απάντησα. «Τι μπορώ να κάνω για σας;», επέμεινε.
«Θα ήθελα να σε δω χωρίς την άσπρη ποδιά.»
«Αυτό δε γίνεται.»
«Θα ήθελα να κάνουμε ένα παιδί», επέμεινα εγώ.
«Σας παρακαλώ πολύ», είπε σχεδόν μουγκρίζοντας.
«Καλά, αν δε θέλεις θα ακολουθήσουμε τη ίδια διαδικασία αλλά με προφυλάξεις.»
«Νομίζω ότι εμείς οι δυο δε θα τα πάμε καλά. Θα μου απαντάτε σε ότι σας ρωτάω.» Από αυτό το σημείο και ύστερα έδειχνε πολύ ενοχλημένη.
«‘Άρα πρέπει να με ρωτάς από αυτά που ξέρω», δευτερολόγησα για να ξεμπερδεύουμε επειδή χρειαζόμουν βελόνα και κλωστή.

Ήρθε κι ένας μακροτάνταλος γιατρός αλλά δυστυχώς ούτε εκείνος είδε το αίμα που έτρεχε, ίσως να έφταιγε που δεν πλήρωσα τα 5 € της εισόδου. Με ρώτησε κι εκείνος τι ήθελα. Του έδειξα το χέρι.

«Για ‘ε' το σα’ χάσκει», του είπα. Η ανώτερη καταγωγή του του δημιούργησε πρόβλημα. «Χάσκει; Μα πώς μιλάτε έτσι εδώ πέρα;», με ρώτησε ενώ συγχρόνως έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Η γιατρός του αγροτικού, ένα βήμα πιο πίσω, έκανε μια διαφορετική γκριμάτσα που την ερμήνευσα ως ταύτιση με την άποψη του χειρούργου. Βέβαια το χάσμα είναι το βαθύ ρήγμα στη γη και σοφά οι γηραιότεροι όταν δεν κυριολεκτούσαν έβαζαν μπροστά το «σαν».
 «Μήπως ξέρεις τι σημαίνει χάσμα;»
«Φυσικά και ξέρω αλλά πες μου πώς το έπαθες;», ξαναρώτησε λες και οι πρώτες βοήθειες δεν εξαρτιόταν από το χτύπημα αλλά από τον τρόπο που προκλήθηκε.
«Το ‘κοψα μ’ έναν τραχά», απάντησα και δημιούργησα εκ νέου σύγχυση στον επιστήμονα που δεν μπόρεσε να το συνδέσει με το «τραχύς». Μου 'ρθε να τους δεκατίσω και τους δυο αλλά κρατήθηκα. Τέλος πάντων, τέτοιου είδους σκηνικά είναι που σου φτιάχνουν ή που σου χαλούν τη μέρα. Προς το παρόν αναρρώνω με πέντε ράμματα.

Κάτι παρόμοιο συνέβηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα όταν άρχισαν να επιστρέφουν στο νησί οι πρώτοι μετανάστες που είχαν αρχίσει με τη νέα τους ζωή να αποκτούν βεβιασμένα αστικές συνήθειες ή να παριστάνουν τους κοσμοπολίτες. Οι ντόπιοι άρχισαν να ντρέπονται για την προφορά τους και για τη χρήση πολλών «περίεργων» λέξεων. Για την προφορά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, δεν άλλαζε. Άρχισαν όμως να λογοκρίνουν τον ίδιο τους τον εαυτό και να απορρίπτουν λέξεις ή ολόκληρες φράσεις και να υιοθετούν τον τρόπο ομιλίας των «πρωτευουσιάνων». Δυστυχώς αυτό μας στοίχισε ανεπανόρθωτα και οι απώλειες στη γλώσσα μας δεν ανακτώνται πια.

Ο τόπος μας δεν έχει κάτι ιδιαίτερο ώστε να νιώθουμε ανώτεροι από κάποιους άλλους. Κάθε κομμάτι της ελληνικής περιφέρειας έχει χτίσει γράμμα - γράμμα τα δικά του ήθη, την προσωπική του διάλεκτο ή το ιδίωμά του. Όλοι μας έχουμε αρκετούς λόγους να περηφανευτούμε και να ντραπούμε για την καταγωγή μας.

Ο απόγονος κουβαλάει τα καλά και τα μειονεκτήματα κάθε τόπου, σίγουρα όμως έχει φορτωθεί με ιστορία και παράδοση. Δεν είναι υποχρεωμένος να τις διαδώσει αν δεν του πάει, αν νομίζει ότι θα γίνει οπισθοδρομικός ή γραφικός. Είναι όμως χρέος του να γνωρίζει την καταγωγή κάθε λέξης, κάθε συνήθειας, κάθε δοξασίας. Είτε το θέλει είτε όχι, είναι η μαγιά της σκέψης και της συμπεριφοράς του. Κάθε άνθρωπος έχει τους λόγους του που προτιμάει το «θενκς» από το «ευχαριστώ» ή το «μπάι» από το υγειέστατο, στην κυριολεξία, «γεια». Από 'κεί και πέρα είναι εντελώς προσωπική υπόθεση, ίσως και ευθύνη, να γίνει πρεσβευτής ή νεκροθάφτης της κληρονομιάς του.

Γιάννης Κέφαλος
jianniskefalos@yahoo.gr

photo: surrender+

ikariastore banner