Παλιές κινέζικες ιστορίες: Ο επίμονος κηπουρός

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια πόλη, μεγάλη και ζηλευτή: όμορφες πολυκατοικίες, πλατιοί δρόμοι, πράσινες πλατείες, ποτάμια, τόσο όμορφα ήταν που οι κάτοικοί της συνήθιζαν να καμαρώνουν λέγοντας, ζούμε στην πιο όμορφη πόλη του κόσμου!

Και σε όσους ξένους απορούσαν "μα πώς τα καταφέρνετε να κάνετε κουμάντο σε μια τόσο μεγάλη πόλη;" , απαντούσαν πως οι παλιοί είχαν βρει το πιο σοφό σύστημα: οι κάτοικοι κάθε πολυκατοικίας διάλεγαν έναν διαχειριστή – για τα καθημερινά – μετά κάθε γειτονιά διάλεγε έναν υπεύθυνο – για τα πιο μεγάλα– και τέλος, όλη η πόλη διάλεγε τον άρχοντα, πρώτο πολίτη και υπεύθυνο να φροντίζει η δόξα της πόλης να γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη.

Μα ήρθαν χρόνια δύσκολα και οι κάτοικοι της πόλης, ανάμεσα στα άλλα, είχαν αφήσει τους ίδιους και τους ίδιους να κυβερνάνε, καθώς λογίζονταν για πιο έμπειροι… οι διαχειριστές όμως επέμεναν ότι πάντα φταίνε οι από πάνω τους και ειδικά ο άρχοντας, οι υπεύθυνοι της γειτονιάς παραπονιόντουσαν ότι τίποτα δεν περνάει από το χέρι τους ενώ ο άρχοντας πάντα ζητούσε χρόνο, χρόνο και κατανόηση…

Και για να πειστούν όλοι ότι έτσι είναι τα πράγματα, οι διαχειριστές καλούσαν συνέχεια σε γενικές συνελεύσεις και ζητούσαν να υπογράφονται παράπονα και οι ίδιες επιστολές από όλα τα διαμερίσματα κάθε πολυκατοικίας για θέματα σχετικά και άσχετα… και έλεγαν, όσο πιο πολλές οι επιστολές τόσο πιο πολύ δίκιο έχετε, θα το δείτε… και μοίραζαν φωτοτυπίες προς υπογραφή… και στις γειτονιές, το ίδιο! Νέα ψηφίσματα και πάλι επιστολές, έτσι που όλοι φώναζαν για όλα και οι διαχειριστές έλεγαν δεν είχαν χρόνο ούτε να κοιμηθούν από το τόσο τρέξιμο…

Σε μια από τις πολυκατοικίες, ζούσε και ένας από τους μεγαλύτερους σε ηλικία κατοίκους της πόλης, ένας γέρος που οι γείτονες τον θυμούνταν να φοράει πάντα ένα κόκκινο πουκάμισο. Είχε μπει στο μάτι του διαχειριστή της πολυκατοικίας του γιατί φερόταν απρόθυμα και δεν συμφωνούσε με ενθουσιασμό στις συζητήσεις για τα προβλήματά τους… «τόσα χρόνια διαχειριστής, τέτοιο αγύριστο κεφάλι ούτε είδα, ούτε άκουσα από αλλού!» έλεγε σε όσους γνωστούς του είχε το θάρρος.

Διεκδικούσε αυτόματο πότισμα για τα παρτέρια ο διαχειριστής… πριν νυχτώσει κατέβαινε ο γέρος με έναν κουβά και σιγοπότιζε τα λουλούδια στο πεζοδρόμιο… πρότεινε ψηφίσματα για το γιατί να είναι ομορφότερη η διπλανή πολυκατοικία με τις μαρμάρινες προσόψεις… ζητούσε το λόγο ο γέρος για να υπενθυμίσει ότι οι δίπλα ζούσαν στον πιο εμπορικό δρόμο της πόλης… τα έβαζε ο διαχειριστής με τον άρχοντα που δεν περνούσε καθημερινά ο οδοκαθαριστής… έβγαινε ο γέρος με μια σκούπα και μάζευε τα φύλλα σφυρίζοντας…

Έτσι ξεκίνησε η ιστορία και μια μέρα, στη  γενική συνέλευση της πολυκατοικίας, ξαφνικά ο διαχειριστής γύρισε προς τον γέρο με το κόκκινο πουκάμισο… παππού, πάντως δεν σε καταλαβαίνω και το λέω εδώ μπροστά σε όλους τους γειτόνους μας, πώς γίνεται να μην συμφωνείς, λες και δεν είναι για το καλό όλων μας…;

Εμένα, με ξέρεις, να δω ξερό φύλλο δεν μπορώ, αλλά το είπα, αφήστε τα όλα απότιστα να δουν εκεί ψηλά στα κεντρικά πόσο ανάγκη έχουμε το αυτόματο πότισμα… κι εσύ βρε άνθρωπε μου πας και ρίχνεις νερά με τους κουβάδες και το χαλάς; Και την υγεία σου; Δεν την προσέχεις, να κουβαλάς νερά στην ηλικία σου; Εγώ γιε μου, του είπε ο παππούς, μια παροιμία ξέρω, που έλεγε η γιαγιά μου, «πότισε τον Μάρτιο, να φας τον Ιούλιο»

Και καλά αυτό, μα να μην θέλεις να γίνουμε κι εμείς μια ωραία και πλούσια πολυκατοικία… ποιος αρνήθηκε την ομορφιά, ειδικά αν την έχουν οι δίπλα μας, εμείς τι είμαστε, κατώτεροι, δηλαδή, παππού; Δίκιο θα χεις γιε μου, μα η γιαγιά μου ψιθύριζε επίσης τα βράδια «όσο κοιτάς τον διπλανό σου, άλλο τόσο σε κοιτάει κι αυτός»

Μυστήρια μας τα λες, παππού! Και να ξέρεις ότι μου κάνουν συνέχεια παράπονα γι' αυτή σου τη στάση… δεν σκέφτεσαι την υγεία των παιδιών λένε, και εδώ… όλα κι όλα… δεν μπορεί πάλι να έχεις αντίρρηση… μα να μην περνάει κάθε πρωί κάποιος να σκουπίζει το πεζοδρόμιό μας… τι κατάσταση κι αυτή… κι εγώ συνέχεια κουράζομαι κι αγωνίζομαι και δεν κοιμάμαι τα βράδια από την σκέψη, κι εσύ μου το χαλάς κι αυτό… «Κουράζεται ο αγωγιάτης, μα το κάρο δεν το δίνει αλλουνού»… ναι, γιε μου κι αυτό το έλεγε όσο την θυμάμαι…

Τι να πω, μυαλό δεν βάζεις, και κάτι άλλο, αυτές οι παροιμίες, πρώτα φορά τις ακούω… σίγουρα από εδώ κοντά ήταν η γιαγιά; Να με συγχωρείς γιε μου μα δεν ήξερε γράμματα η συχωρεμένη κι έτσι δεν τις έμαθε από τα βιβλία τις παροιμίες, από μόνη της τις έβγαζε… κι ένα τελευταίο να σου πω… πολλά παιδιά μεγάλωσε, κι ας ήταν γεμάτα με δράκους και μάγους… μα τέτοια μεγάλα παραμύθια ντρεπόταν να τους πει!

Νικόλας Κοντινάκης
nkonti@gmail.com

Διαβάστε τις ελεύθερες πτήσεις του Νικόλα Κοντινάκη.

ikariastore banner