Άπλετο σκοτάδι τώρα!

Φωτό: Νικόλας Κοσματόπουλος

H παρακάτω ελεύθερη πτήση είναι εμπνευσμένη από μια συζητηση του συγγραφεα με τον ζωγραφο Paul Lewis μετα το πανυγήρι του Προφήτη Ηλία.

Ανεβαίνεις. Μυρίζεις ρίγανη στα χαμηλά, δενδρολίβανο πιο ψηλά και πεύκο στην κορφή...   
Πλησιάζεις. Ακούς πρώτο το βιολί, μετά κιθάρα και φωνή, αλλά περιμένεις την τσαμπουνοφυλάκα...
Κάθεσαι. Δοκιμάζεις το κρασί, το πίνεις, το κερνάς, το τσουγγράς, το ζαλίζεις, σε μεθάει....    
Χορεύεις. Αγγίζεις στην αρχή ώμους σκληρούς και χέρια δεμένα, αλλά όλο και λύνονται κι αφήνονται και στο τέλος τα κορμιά πάνε μόνα τους... 

Όλα καλά ως εδώ. Αλλά το φως;
Το φως δεν αλλάζει όσο περνάει η νύχτα. Ηλεκτρικό, σταθερό, αυταρχικό. Από την αρχή μέχρι την αυγή.

Το πεύκο, το βιολί, το κρασί, το κορμί θέλουν το χρόνο τους για να γίνουν ένα, για να σμιλευτούν μαζί, να συνηθίσουν το ένα το άλλο. Με το χρόνο αλλάζει η ουσία τους, λεπτό με λεπτό αλλάζει η χημεία μεταξύ τους, με την ώρα δένει το όλο. Το ηλεκτρικό φως είναι η απόλυτη αντίθεσή τους: αυτά θέλουν ώρα να ξυπνήσουν, αυτό σηκώνεται με ένα διακόπτη... αυτά ακούνε το ένα το άλλο, αυτό επιβάλλεται σε όλα... αυτά είναι δουλεμένα από τον καθένα μας, αυτό μας έρχεται έτοιμο κι ακατέργαστο.  

Αταίριαστο είναι στο πανηγύρι το ηλεκτρικό φως λοιπόν.

Είναι αταίριαστο γιατί πάει ενάντια στο ρυθμό του πανηγυριού, που θέλει τις αισθήσεις να ξυπνάνε σιγά σιγά με σεβασμό η μια στην άλλη.

Αταίριαστο όμως είναι και για ένα σωρό άλλους λόγους.

Είναι αταίριαστο ακόμα γιατί αντιπροσωπεύει το δυτικό μοντέλο εξάντλησης της φύσης από την υπέρογκη χρήση των πόρων της. Όσο φωτίζουμε τις πόλεις μας, τόσο ζεσταίνουμε τις θάλασσές μας, και τόσο σκοτώνουμε τα ψάρια τους. Όσο περισσότερο φως καταναλώνουμε, τόσο λιγότερο φεγγάρι βλέπουμε, και τόσο απομακρυνόμαστε από την αίσθηση ότι η φύση είναι εκεί που ανήκουμε και όχι αυτό που κατακτάμε. Όσες περισσότερες κιλοβατώρες θέλουμε, τόσα περισσότερα ποτάμια, βουνά και λαγκάδια θα πρέπει να καταστρέψουμε.

Το ηλεκτρικό φως στο πανηγύρι μάς μαθαίνει αθόρυβα και ύπουλα αυτήν την ανθρώπινη αλαζονεία μέσα μάλιστα από τις πιο διονυσιακές στιγμές μας, εκείνες δηλαδή στις οποίες η φύση μας γίνεται ένα με την Φύση. Το ηλεκτρικό φως στο πανηγύρι μάς μαθαίνει ότι δεν υπάρχει όριο στην εξάντληση της φύσης και στην ανθρώπινη βουλιμία, μας μαθαίνει ότι δεν υπάρχει λόγος να βλέπουμε το φεγγάρι όταν ακούμε τον ικαριώτικο, γιατί δεν έχουν σχέση μεταξύ τους.

Είναι αταίριαστο ακόμα γιατί αλλάζει βίαια την αίσθηση του χρόνου. Η εισαγωγή του ηλεκτρικού φωτισμού στις πόλεις (με πρώτη την «πόλη του Φωτός» το Παρίσι το 19ο αιώνα) σηματοδοτεί τη στιγμή του θριάμβου του δυτικού πολιτισμού πάνω στην νύχτα, το σκοτάδι, το άγνωστο, το Άλλο. Πριν τον ηλεκτρισμό, ιστορικές έρευνες μας λένε ότι οι άνθρωποι κοιμόντουσαν νωρίς και ξυπνούσαν μέσα στη νύχτα για να φάνε, να πούνε ιστορίες, να κάνουν έρωτα, να προσευχηθούν για να ξανακοιμηθούν μετά. Αυτές οι νυχτερινές ώρες μεταξύ πρώτου και δεύτερου ύπνου γέννησαν μύθους, θρύλους και παραμύθια με ξωτικά, θεότητες και μεταφυσικά όντα, όλα αυτά δηλαδή που αποτελούν την βάση της φιλολογίας, της θεολογίας και της τέχνης μας.

Το ηλεκτρικό φως στο πανηγύρι επιβάλλεται στο χρόνο, τον σβήνει, τον κατακτά και τον παραδίδει εξαντλημένο στους δείκτες του ρολογιού. Δεν είναι πια ο μετέωρος χρόνος και το μισοσκόταδο, που κουνάει τα βήματά μας κι εμπνέει τους χορούς μας, αλλά η σιγουριά του άπλετου φωτός που θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι ο Διόνυσος ήταν μονάχα μέθυσος και όχι φιλόσοφος-θεός.

Είναι αταίριαστο ακόμα γιατί κουβαλάει μέσα του την (παν)οπτική ηθική της δυτικής πόλης: επιβλητική, πανταχού παρούσα, αποφασισμένη να φέρει τα πάντα στο ‘φως’, βλάσφημη απέναντι σε μυστικά καλά κρυμμένα, έτοιμη να κουνήσει το δάκτυλο σε παράνομους και παραβάτες. Απ΄όλες τις αισθήσεις ο δυτικός πολιτισμός εκτίμησε την όραση πιο πολύ, γιατί αυτή είναι η πιο επιθετική, η πιο ασύδοτη, η πιο διεισδυτική, η πιο εγωκεντρική.

Δεν είναι τυχαίο ότι η όραση είναι συνυφασμένη με την ψυχρή λογική στην καθημερινή μας αντίληψη: ρωτάμε «πώς τα βλέπεις τα πράγματα» όταν θέλουμε να ακούσουμε την ανάλυση αλλά ρωτάμε «τι μυρίζεσαι» όταν θέλουμε να αφουγκραστούμε το ένστικτο.

Το ηλεκτρικό φως στο πανηγύρι φωτίζει τις ατέλειες που αγαπάμε να έχουμε κρυμμένες, τις φουρτουνιασμένες φάτσες που θέλουν να ακούσουν χωρίς να ακουστούν, τα στραβά βήματα στον ικαριώτικο που θέλουν να μείνουν στραβά, τους έρωτες που χρειάζονται απάγκιο για να γίνουν αγάπες.

Δεν ταιριάζει λοιπόν στο πανηγύρι η πανοπτική ηθική, όπως δε του ταιριάζει το δυτικό μοντέλο εξάντλησης της φύσης, όπως δε του ταιριάζει η βίαιη αλλαγή της αίσθησης του χρόνου.

Δεν ταιριάζει στο πανηγύρι το άπλετο φως παρά μόνο αν ο ήλιος το θελήσει.

Νικόλας Κοσματόπουλος
Ανθρωπολόγος
nico.homoludens@gmail.com

Διαβάστε τις ελεύθερες πτήσεις του Νικόλα Κοσματόπουλου.

ikariastore banner