16/03/2016 - 00:32Η «Παλλικαρού»

Τους καλοκαιρινούς και τελευταία και τους φθινοπωρινούς μήνες κατοικούσε ένα σπίτι-αντίκα η Μέλισσα. Κι ήταν πολύ περήφανη γι’ αυτό. Ζούσε μέσα από τους παλιούς τοίχους με το μπαγδατί και τα παλιά κάδρα με τις προσωπογραφίες, τις αρχοντικές παλιές πόρτες και ακόμη και μέσα από το περιβόλι των εκατόν και πάνω χρόνων, τις ζωές εκείνων των προγόνων της που είχαν κατοικήσει εκεί.

Κάποτε εν το μέσω του τριωδίου, στην Αθήνα στο κεντρο, δυο Καριωτίνες, προσπαθούσαν να εξηγήσουν σε μια Κερκυραία τι σημαίνει "ντύνομαι μουτσουνάρης".
Εκείνη έδειχνε να το διασκεδάζει χώρις όμως και να πολυκαταλαβαίνει την όλη διαδικασία. Ρωτούσε τι στολές φοράνε, ποια μέρα της αποκριάς βγαίνουν, πόσο καιρό πριν το προετοιμάζουν, πόσα άτομα ειναι το γκρουπ, σε ποιο μέρος γινεται το event, για να παρει απαντήσεις που δεν περίμενε.

Η Γιωργούλα είναι μικροπαντρεμένη με μωρό στην αγκαλιά. Ερωτευμένη με τον άντρα της, εκείνα τα δύσκολα χρόνια της ανέχειας και της έλλειψης εργασίας στο μικρό μας νησί.

Ύστερα εκείνη πήγε στις φίλες της. Κι εκείνος σε μια ντίσκο στον Αρμενιστή. Τους είδαμε όλοι καθώς γυρνούσαν αγκαλιά από το λιμάνι. Ήτανε μια όμορφη ανοιξιάτικη νύχτα.

Κοίταξα μέσα απ’ το παράθυρο και είδα τον παππού και τη γιαγιά καθισμένους στην αμπάρα. Κράταγε ο καθένας το φλιτζάνι του και αργόσυρτα βουτάγανε το παξιμάδι στο ζεστό τους. Βαριεστημένοι και οι δύο με κινήσεις που έμοιαζαν ίδιες από αιώνες. Η αλήθεια είναι ότι κόντευαν να κλείσουνε τον πρώτο. Καμία έκπληξη. Αργά, χωρίς κουβέντες. Τι άλλο πια να μοιραστείς μετά από τόσα χρόνια. Έτσι σκέφτηκα.

Κάπως έτσι έγινε η γνωριμία κάποιο Μάιο στο βίντεο κλαμπ της γειτονιάς, στο οποίο είχα πάει με φόρμες, με τα μαλλιά όπως-όπως πιασμένα, τελείως ανέμελη και ανυποψίαστη για το τι θα ξεκινούσε εκείνο το βράδυ. Μία γνωριμία, που έχει ως κέντρο αναφοράς το μαγικό νησί της Ικαρίας.

- Δεν τον θέλω αυτόν, είναι ναυτικός! Ούτε τον γιο του γείτονα, τον ξέρω απο τόσο δα.
- Και ποιον θέλεις, βρε Λούλα;
- Ε τι να σας πω, βρείτε μου έναν ψηλό και όμορφο. Έναν ψηλό και όμορφο θέλω!

Εκείνο το πρωί, ξεκίνησε να μου αφηγείται ο Κώστας, στο κατάστρωμα του πλοίου που έπλεε ήσυχα σαν πουλί, όπως φεύγαμε και οι γραμμές του νησιού γινόταν σκληρές και κοφτερές από τον ήλιο, εκείνο το παράξενο Πάσχα του 2015, που είχε ξεκινήσει με χειμωνιάτικο κρύο, κύματα, αέρηδες, αποχωρισμούς και θανάτους, για να τελειώσει με ζέστη και ήλιο καλοκαιριού, ο πατέρας μου ξύπνησε χαρούμενος.

Ο Μπαρμπα- Σταύρος από την Ικαρία, ανοίγει το καρνάγιο του τη δεκαετία του '60 στη Χώρα της Μυκόνου. Καραβομαραγκός, παντρεμένος με Μυκονιάτισσα. Καλός άνθρωπος και πρώτος μάστορας, αν και όχι ιδιαίτερα γρήγορος. Φυσικά αριστερός.

Χτες άλλαξε ο χρόνος. Μπήκε το 2013 και χαρά δεν είχε. Δυο τρεις γνωστοί τη συνάντησαν στο δρόμο και της είπαν να τους ακολουθήσει στο χαιρέτιο. Τους είπε πως θα πάει, αλλά προτίμησε να κάτσει πλάι στο τζάκι. Έτσι κι αλλιώς, είχε να βγει για κάλαντα είκοσι χρόνια και βάλε.

Σελίδες