Πριν σε γνωρίσω είχα μαυρα μεσάνυχτα… Για πολλά… Για όλα! Τι σημαίνει πάθος, τρέλα, αγάπη, πόνος ακόμα και τι σημαίνει Ικαρία! Κι ήρθες εσύ να μου μάθεις κι ας έμοιαζες ο πιο ακατάλληλος δάσκαλος. Θες λόγω ηλικίας; Εμπειριών;

Γράφοντας την ιστορία της αγάπης μου για το νησί και ζώντας αυτό το λαβ στόρυ κάθε Πάσχα και Καλοκαίρι, είχα πλέον αφεθεί και από καιρό ξεχάσει πως θέλω να ερωτευτώ και κάποιον άλλο! Πως ψάχνω γι’ αυτόν τον «συμβατό» που θα καταλαβαίνει κάποια βασικά πράγματα για μένα, όπως ότι την κουβαλώ πάντα μαζί μου τη «Νικαριά μου» και δεν πρέπει ποτέ να τολμήσει να με χωρίσει από κείνη!

Μετά από τις καλοκαιρινές διακοπές σε κάποια Κυκλαδίτικα νησιά, ο τελικός προορισμός του καλοκαιριού ήταν η Ικαρία. Ήταν ένα συνδυαστικό ταξίδι δουλειάς και διακοπών. Είχα επιλεχθεί μ’ ένα φοιτητικό εθελοντικό πρόγραμμα της Ιατρικής σχολής να δουλέψω για δέκα μέρες στο Γενικό Νοσοκομείο Ικαρίας.

Εκείνη ήταν μουσικός. Όχι, ηθοποιός. Ή μήπως αρχιτέκτονας; Φοβόταν πως αν τη ρωτήσει για δουλειά θα γίνει ένας από αυτούς τους πολλούς, τους ίδιους, και θα χάσει την ευκαιρία του. Θα τον βαρεθεί πριν τον γνωρίσει. Οπότε προτιμούσε να το φαντάζεται.

Μόνη ήμουν και χωρίς έσοδα. Ήρθε ο αδερφός του πρώην αγαπημένου ένα ταξίδι από την Αμερική στο χωριό. Παρ΄ολίγον κουνιάδος μου θα γινόταν, κάναμε κουβέντα. Είχε στενοχωρηθεί από τη συμπεριφορά του αδερφού του, το παράπονό μου το άκουγε, τη μοναξιά μου την ένιωθε.

Κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, μετά τη συνθηκολόγηση της χώρας, ένα σωρό άντρες, μα και γυναίκες, είχαν φύγει από την Ελλάδα για να πάνε να πολεμήσουν στο πλευρό των Συμμάχων. Πάρα πολλοί από αυτούς χάθηκαν, σκοτώθηκαν, δε γύρισαν ποτέ πίσω, αφήνοντας χήρες, ορφανά και μάνες χαροκαμένες.

«Χόρτα με λεμόνι, θα της τα πας που της αρέσουν; Μόλις τα έβρασα». Το κοριτσάκι πήρε το πιάτο κι απομακρύνθηκε κάτω απ’ τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Περπάτησε για λίγη ώρα στο χωματόδρομο έως εκεί που ξεκινούσε το μονοπάτι για το σπίτι. Το κοίταξε από χαμηλά, πέτρινο ασοβάτιστο με πύργο. Χωρίς ίχνη ζωής.

Η Τούλα ήταν αυτό που θα λέγαμε ένα λαϊκό κορίτσι. Με τα φουστανάκια του, τα τακουνάκια του και την ελαφρότητά του, το τσαγανό και την τσαχπινιά του, το λικνιστό του περπάτημα, τη ρέουσα κίνηση στους γοφούς γεμάτη υποσχέσεις, σωστή φρεγάτα.

Γεννήθηκα το 1922 στους Φούρνους και σε ηλικία τεσσάρων ετών έφυγα μαζί με τους γονείς μου για την Ικαρία. Όταν φθάσαμε εκεί, μείναμε στον Εύδηλο σε ένα χωριό στην άλλη άκρη του νησιού.

Η Σουσάνα, που λες, ήτανε μια αιθέρια ύπαρξη που έζησε στο νου ενός συμπατριώτη μας από την Πλαγιά τον περασμένο αιώνα. Σαν γιόρταζε κανείς άγιος, ο εμπνευστής της την κουβαλούσε πηγαίνοντας με τα πόδια στο πανηγύρι, την κουβαλούσε και τη γνώριζε στους συμπατριώτες του. Αργότερα την έμαθαν όλοι, την αγάπησαν κι αποζητούσαν με λαχτάρα να την ξαναδούν.

Σελίδες