ikariamag | ελεύθερες πτήσεις - της Θεοδοσίας Καρίμαλη

Η Θεοδοσία Καρίμαλη είναι μια Ικαριώτισσα που γεννήθηκε και μεγάλωσε στα δυτικά προάστια της Αθήνας. Είναι Ταύρος, σε υαλοπωλείο ενίοτε, με ωροσκόπο Τοξότη, να μη σου τύχει δηλαδή. Έχει καταγωγή από την Πέρα Μεριά μέχρι την Προεσπέρα και είναι μόνιμος κάτοικος στο νησί σταθερά απο το '07 και εκ περιτροπής από το '99. Έχει σπουδάσει κλασσικό πιάνο και παραδοσιακή μουσική, είναι παντρεμένη από τότε που θυμάται τον εαυτό της και έχει δύο παιδιά. Της αρέσει να φτιάχνει κήπους και λουλούδια, να μαγειρεύει, να τραπεζώνει φίλους και να συζητάει περί πολιτικής. Απεχθάνεται τις διαίτες, τις κρέμες προσώπου, τις κολώνιες, το σιδέρωμα, τις πλαστικές καρέκλες, τα ψεύτικα λουλούδια και τη ζώη μακριά απο την Ικαρία.

της Θεοδοσίας Καρίμαλη

Η αλήθεια είναι, και θέλω να το ομολογήσω αυτό, ακόμα κι αν θεωρηθεί από κάποιους αταίριαστο στο προφίλ του μέσου μόνιμου Ικαριώτη, ότι αρκετες φορές κυριεύομαι από άγχος. Όσο κι αν χαλάω τη γραφικότητα μου λοιπον, ως καριωτινα ανέμελη και χαλαρή, και αντί να τριγυρίζω με ατημέλητα μαλλιά και μποέμ ρούχα, μ’ ένα ποτήρι κρασί και ένα στριφτό τσιγάρο, σχολιάζοντας αποφθέγματα ζωής και σοφίας, να χορεύω και να πίνω κρασάκι σαν να μην υπάρχει αύριο, εγώ αντιθέτως παλεύω με άγχος και φοβίες.

Το είχα καταλάβει απο την αρχή. Φαινόταν. Δεν είχα κοιτάξει τον καιρό. Τι νόημα είχε άλλωστε, έπρεπε να πάω κάτω, έπρεπε να φύγω όπως και δήποτε. Φυσούσε και στην Αθήνα πολύ. Φαντάσου.

Δεν πάει πολύς καιρός που μπήκα στο πλοίο μαζί με εναν πολύ καλό φίλο. Είναι απο εκείνα τα ταξίδια που ξέρεις πως θα κουβεντιάσεις μέχρι τελικής πτώσεως. Ξεκινήσαμε λοιπόν και τα λέγαμε, και τα λέγαμε, και τα ξαναλέγαμε, και βρήκαμε και άλλους δυό και τα είπαμε και μ' αυτούς, και φάγαμε και ήπιαμε, και τα ξαναματαείπαμε, ώσπου μάλλιασε η γλώσσα μας και είπαμε να ασχοληθούμε λίγο με τα κινητά μας ως φυσιολογικοί άνθρωποι της εποχής αυτής, και ν' αφήσουμε τη "ντεμοντέ" κοινωνικοποίηση.

21/04/2016 - 12:30Το χορτόκομμα

Είναι αυτή η εποχή ακριβώς, που πρέπει να κάνεις αυτή τη δουλειά. Το χορτόκομμα. Πρέπει να χορτοκόψεις. Γιατί τα χόρτα έχουν φτάσει το μισό μέτρο (μη σου πω το ένα), γιατί δεν ξεχωρίζεις πια τα λουλούδια μέσα στο παρτέρι, γιατί πνιγήκανε τα κρεμμυδάκια σου από τις ξινίδες, τις τσουκνίδες και τις λοιπές αγριάδες.

Κάποτε εν το μέσω του τριωδίου, στην Αθήνα στο κεντρο, δυο Καριωτίνες, προσπαθούσαν να εξηγήσουν σε μια Κερκυραία τι σημαίνει "ντύνομαι μουτσουνάρης".
Εκείνη έδειχνε να το διασκεδάζει χώρις όμως και να πολυκαταλαβαίνει την όλη διαδικασία. Ρωτούσε τι στολές φοράνε, ποια μέρα της αποκριάς βγαίνουν, πόσο καιρό πριν το προετοιμάζουν, πόσα άτομα ειναι το γκρουπ, σε ποιο μέρος γινεται το event, για να παρει απαντήσεις που δεν περίμενε.

- Δεν τον θέλω αυτόν, είναι ναυτικός! Ούτε τον γιο του γείτονα, τον ξέρω απο τόσο δα.
- Και ποιον θέλεις, βρε Λούλα;
- Ε τι να σας πω, βρείτε μου έναν ψηλό και όμορφο. Έναν ψηλό και όμορφο θέλω!

Τελικά είμαστε νησιώτες με όλη τη σημασία της λέξης; Συνδυάζουμε βουνό και θάλασσα, αλλά προς τα που γέρνουμε περισσότερο; Παρακάτω θα αναφερθώ σ' ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό συμπατριωτών μας, που σε αυτό περιλαμβάνονται και άτομα του στενού οικογενειακού και φιλικού μου κύκλου, που ή θάλασσα, πέρα από ωραία θέα και υδάτινο δρόμο προς την πρωτεύουσα, θεωρούν και το πιστεύουν πως δεν έχει κάτι άλλο να τους προσφέρει.

Δηλαδή τελειώνουν οι γιορτές; Θα ξεστολίσουμε τώρα ε; Κι αν ξεστολίσουμε τι θα αλλάξει, το ντεκόρ; Αυτό μόνο, έτσι; Γιατί εγώ δεν μπορώ να βρώ άλλες διαφορές. Τουλάχιστον όχι στην Ικαρία. Εσύ μπορείς να βρεις πολλές διαφορές;

26/11/2015 - 00:26Το Αθηνιωτάκι

Η απόφαση να μετακομίσω από την Αθήνα στην Ικαρία δεν ήταν δική μου και, το βασικότερο, δεν με έβρισκε σύμφωνη. Πολύ λογικό, αν υπολογίσει κανείς πως ήμουν δεκαέξι Μαΐων (Απριλίων για την ακρίβεια), και ποιός είναι αυτός που θέλει στα δεκαέξι να αφήσει ένα ωραιότατο δυτικό προάστιο των Αθηνών πενήντα πέντε τότε χιλιάδων κατοίκων, και να εγκατασταθεί σε ένα ημιορεινό χωριό της βορείου Ικαρίας τριανταπέντε μόνιμων κατοίκων το πολύ;

02/11/2015 - 10:52Τα Ζιράνια

Ένα κόκκινο ικαριώτικο ζιράνι, αυτό με το σφιχτό μπουκέτο, ήταν η πρώτη μου γλάστρα, στο πρώτο μου σπίτι. Είχα κόψει ένα κλωνάρι από το πατρικό μου και το είχα χώσει άτσαλα σε ένα κουβά πλαστικού χρώματος γεμισμένο με άθλιο πασπαρόχωμα γεμάτο πέτρες. Ήταν μάλλον ενστικτώδης κίνηση, μηχανική, για να ' χει κι η αυλή μια γλάστρα.

Σελίδες