Εγώ, αυτός ο Άλλος

Εγώ. Είμαι εγώ∙ που στη μέση της θάλασσας έσπειρα κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωση μου. Εγώ λυμαίνομαι το μέλλον και λιμνάζω στο παρόν. Σε μια χώρα νεκρή … που ποτέ δεν πεθαίνει. Μα κανείς δεν μου είπε πως δεν μπορεί και να αργοπεθαίνει, να ψυχορραγεί χρόνους πολλούς.

Εγώ. Είμαι εγώ∙ που σήμερα έχοντας μονάχα μια στολή κι ένα όπλο για να καλύψω το κενό της ύπαρξης μου, το χέρι σήκωσα και σκότωσα το ίδιο μου το παιδί στη μέση του δρόμου. Το σκότωσα. Κι εσύ μίλησες για Βία Κρατική και άλλα παρόμοια που βάζουν την αλήθεια ένα πήχη κάτω απ’ τον ορίζοντα. Δίκιο είχες. Μα είναι και κάτι ακόμα. Με ξέρεις. Μ’ έχεις ξαναδεί. Όταν εχτές αγόρασα αμάξι γρήγορο για να καλύψω πάλι το κενό μου και τρέχοντας αγέρωχα, σκότωσα το δικό σου παιδί μες τη μέση του δρόμου. Εγώ θα είμαι και αύριο που θα ‘ρθεις στου Κράτους σου τις υπηρεσίες να σε εξυπηρετήσω, κι εγώ αφού μου δόθηκε η ευκαιρία με μια τέτοια θέση να καλύψω το κενό μου, θα σε ταλαιπωρήσω και αφαιρώντας σου κάθε ελπίδα πρόνοιας, θα σε πετάξω στη μέση του δρόμου. Με θυμήθηκες τώρα; Αν θες, μπορείς να πεις του αδελφού σου να με έχει προϊστάμενο στη εταιρεία του, να του μαυρίζω τη ζωή – για να καλύψω πάντα το κενό μου – και όταν ψελλίσει τα αυτονόητα να τον πετάξω στη μέση του δρόμου.

Εγώ. Είμαι εγώ∙ που έχω γίνει αυτό που πάντα κατηγορώ. Ένας Έλληνας όλος δικός μου. Εγώ που τα ξέρω όλα. Που κάνω για τα πάντα. Που είμαι ικανός για όλα. Που δε θα μου πεις εσύ. Εγώ είμαι. Και είμαι εδώ. Άντρας. Ξύπνιος. Παπαρολεβέντης! Με την θρασύτητά μου αυτιστικά να δικαιώνει το είναι μου. Δεν κάθομαι να δω στ’ αλήθεια τι μου φταίει και τσάτρα πάτρα «καλύπτομαι» με στέρεα πανοπλία. Αντί να ανοίξω την ψυχή μου στον Κόσμο, βάζω αμπάρες στο μυαλό, τα μάτια και τ’ αυτιά μου. Εγώ είμαι Πάνω. Ή κάτω, ή αριστερά, ή δεξιά, ή λαϊκά, ή εναλλακτικά. Αφήνω παραπέρα την ουσία της αλήθειας που επέλεξα, κρατώ μόνο την αισθητική της πλευρά και … καμώνομαι! Αγανακτώ, υπερασπίζομαι και στο τέλος πάντα δικαιώνω τον εαυτό μου. Ο άλλος φταίει. Ο άλλος δεν ήθελε ή δε μπορούσε. Ο άλλος είναι λίγος. Όχι εγώ!

Εγώ. Είμαι εγώ∙ που κατηγορώ την εξουσία – πάντα την Κεντρική – και στήνω το δικό μου σύστημα λίγο πιο ‘κει. Ολόιδιο όμως με αυτό που κατηγορώ. Δεν το βλέπεις; Ολόιδιο! Διαλέγω μια ιδεολογία και την καταντώ ένα μπλουζάκι που το φορώ πίνοντας το καλοκαίρι το φραπέ μου. Στέκομαι κάτω από την σημαία της, απλώς ψάλλοντας θεωρίες. Δε με έχεις δει; Συκοφαντώ, συνωμοσιολογώ, μπουρδολογώ, κουκουλώνω και προωθώ τα συμφέροντα μου. Επαναλαμβάνω: στήνοντας, στην ουσία, ένα σύστημα ακριβώς ίδιο με αυτό που κατηγορώ. Και αν τύχει ποτέ να αναλάβω κάποιο αξίωμα, το φέρνω στα μέτρα μου χωρίς καμιά αίσθηση ευθύνης. Προστατεύω τους «δικούς μου», λέω τις αλήθειες μισές, λοιδορώ ό,τι δε με συμφέρει και κυρίως, χωρίς ποτέ να το παραδέχομαι, βασίζομαι σε ‘κείνους που μάχονται στ’ αλήθεια για τα πολύτιμα και με ανέχονται – έως πότε; Δεν είμαι κακός. Είμαι ηλίθιος, γιατί δεν καταλαβαίνω πως κάθε φορά που δεν πάω κόντρα στον μικρό μου εαυτό και στα «συμφέροντα μου», κάνω κακό στο αύριο του παιδιού μου. Τόσο απλά. Αυτό κάνω.

Εγώ. Είμαι εγώ∙ που δεν αντέχω τα μεγάλα και τα φέρνω όλα στα μέτρα μου, στα μέτρα της μετριότητας μου, της αυτόχειρης και της θανατηφόρας. Που αντί να αφήσω το φως σου να καθρεφτίσει την ζωή μου, αντανακλώ το σκοτάδι μου πάνω στο είναι σου και κρίνω παντού και πάντα τις πράξεις σου επιπόλαιες. Και που όταν εσύ αποφάσισες να βγεις στη μέση του δρόμου και πήρες μαζί σου κόσμο πολύ με την ελπίδα σακάτισσα και την οργή φιμωμένη από την κούνια, εγώ είδα παντού κουκούλες. Μόνο κουκούλες. Είπα πως γυμνά πρόσωπα δεν είδα. Γιατί δε μπορώ να κοιτάξω το βλέμμα σου. Δεν το αντέχω. Και προβολή στις πράξεις σου έκανα, το κουκούλωμα που, για να καλύψω το κενό μου, έχω ρίξει πάνω σε αυτή την χώρα, πάνω στη ζωή των παιδιών εκείνων που σκότωσα, εκείνων που αντίκρισα και εκείνων που θα κάναμε μαζί, εάν ετούτος ο τόπος δεν ήταν … ΕΓΩ.

 

Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες … Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σα σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, πού ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα ...

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, Η Μεγάλη Έξοδος, Οδυσσέας Ελύτης

Δεκέμβριος 2008

Κωνσταντίνος Βατούγιος
konstantinos@ikariamag.gr

Ακολουθήστε τον στο twitter

 

ikariastore banner