ikariamag | ελεύθερες πτήσεις - της Ρωξάνας Θεοδώρου

Η Ρωξάνα ήταν ένα κοριτσάκι με τεράστια γυαλιά-τηλεοράσεις, που ήθελε να γίνει αρχαιολόγος, συγγραφέας, γραφίστας ή, τουλάχιστον, ο Λάιoν-O. Δεν της έκατσε τίποτε απ’ όλα αυτά, αλλά, δε βαριέσαι, βρήκε τις βιβλιοθήκες και ταίριαξε μια χαρά. Τα γυαλιά θεωρητικά τα έβγαλε αλλά τα φοράει πάντα, νοητά. Έχει μια εγγενή έλλειψη αίσθησης μέτρου στο φαγητό, στις ενδυματολογικές επιλογές και στην πίστη της στην ανθρώπινη καλοσύνη. Ειδικότητά της είναι οι άχρηστες πληροφορίες, από κείνες που ούτε στο Trivial Pursuit δε χρησιμεύσουν. Βαφτίστηκε στο Τραπάλου, 3 χρονών κοπέλα. Η ίδια έκανε τα πάντα για να το αποφύγει, προτείνοντας, μάταια, να την παντρέψουν πρώτα. Τρέμει τις αράχνες παθολογικά και ξέρει ότι η απάντηση στην πιο σημαντική ερώτηση δεν είναι 42.

της Ρωξάνας Θεοδώρου

- Μαμάααα; Εσύ τους γνώρισες τους δεινόσαυρους; - Πας καλά, παιδάκι μου; Πόσο γριά νομίζεις ότι είμαι; ΠΟΣΟ ΓΡΙΑ ΕΙΜΑΙ; Πέντε λεπτά αναμονής για να ετοιμαστεί το φαΐ σου φαίνονται αιωνιότητα, αλλά η μανούλα 200 εκατομμύρια χρονάκια άνετα τα ‘χει.

Κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, μετά τη συνθηκολόγηση της χώρας, ένα σωρό άντρες, μα και γυναίκες, είχαν φύγει από την Ελλάδα για να πάνε να πολεμήσουν στο πλευρό των Συμμάχων. Πάρα πολλοί από αυτούς χάθηκαν, σκοτώθηκαν, δε γύρισαν ποτέ πίσω, αφήνοντας χήρες, ορφανά και μάνες χαροκαμένες.

Η γιαγιά μου σε λίγες μέρες κλείνει τα 102. Το κάπνισμα το έκοψε πριν καμιά τριανταριά χρόνια, αν θυμάμαι καλά. Μάλλον βαρέθηκε. Κάθε μέρα πίνει το κρασάκι της (ένα ποτηράκι με το φαΐ, εξάπαντος νερωμένο) και λατρεύει τις τηγανητές πατάτες, το μόνο πράγμα που τη θυμάμαι να λιμπίζεται πραγματικά.

23/08/2017 - 11:17μεσημέρι

Λιοπύρι. Τα ρούχα κολλούν πάνω σου, με δυσκολία ανασαίνουν. Ιδρώτας τρέχει στο λαιμό, στέκεται λίγο στην στερνική εγκοπή (σκέφτεσαι: αυτό το σημείο θα έπρεπε να βαφτίσουν lacus lacrimalis , όχι την άκρη του ματιού), διστάζει ελάχιστα και κυλάει ανάμεσα στο στήθος σου.

Η Τούλα ήταν αυτό που θα λέγαμε ένα λαϊκό κορίτσι. Με τα φουστανάκια του, τα τακουνάκια του και την ελαφρότητά του, το τσαγανό και την τσαχπινιά του, το λικνιστό του περπάτημα, τη ρέουσα κίνηση στους γοφούς γεμάτη υποσχέσεις, σωστή φρεγάτα.

Άκου να δείς τώρα! Πριν καμιά δεκαριά μέρες παίρνω ένα mail που πάνω κάτω έλεγε τα εξής: «Αγαπητή κυρία Θεοδώρου, καλημέρα. Σας γράφω εκ μέρους της θεατρικής ομάδας Ιδέα του Κώστα Γάκη και ετοιμάζουμε μία παράσταση για την Ικαρία με αληθινές ιστορίες και θα θέλαμε την άδειά σας να χρησιμοποιήσουμε δυο από τα άρθρα σας στο ikariamag».

Καλές οι ιστορίες έρωτα, δε λέω, αν και δεν είναι το φόρτε μου. Είναι θυελλώδεις και φουρτουνιασμένες, βουτηγμένες στο ασίγαστο πάθος και στην απελπισία, και, ταυτόχρονα, αστείες μέχρι δακρύων για τους έξωθεν παρατηρητές. Κάθε μία μοιάζει μοναδική, αλλά και αναπόφευκτα προβλέψιμη, γιατί είναι αυτή η ανθρώπινη μοίρα που καταφέρνει να μας ισοπεδώνει ανελέητα όλους εξίσου κι ας νομίζει ο καθένας μας πως ο δικός του ο καημός είναι ο πιο μεγάλος.

Κάθε καλοκαίρι πια τα ίδια. Δεν τους χωρούσε ο τόπος. Στην εφηβεία ο κόσμος ολόκληρος δε σε χωράει, πόσο μάλλον το Τραπάλου, μια σταλιά χωριό. Μακραίνανε τα μέλη τους, φουσκώνανε τα σώματα τους, μελαγχολούσε η διάθεσή τους, ένα έρεβος· δεν ξέρανε πώς να βολευτούν, πώς να κάτσουν, πώς να φερθούν.

Που λές, το κλέψιμο της νύφης στην Ικαρία ήταν ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. Καθόλου μοναδικό, βέβαια. Σ’ όλη την Ελλάδα, απ’ άκρη, σ’ άκρη, συναντάς αντίστοιχες πρακτικές. Ωστόσο, αν πιστέψω τις διηγήσεις της γιαγιάς μου, σ’ αυτό το νησί πιο πιθανό ήταν ένα ζευγάρι να κλεφτεί, παρά να παντρευτεί στην εκκλησία με όλα τα σόγια σύμφωνα και παριστάμενα. Ποιος να ξέρει;

«Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί» έλεγε ο ποιητής. Που πάει να πεί, κανένας δεν είναι ακέριος μονάχος του, αποκομμένος, ανεξάρτητος, αυτάρκης. Όμως δεν είναι όλα τα νησιά ίδια, ή, πιο σωστά, δεν είναι όλα τα νησιά ίδια για τον καθένα μας. Ούτε όλοι οι άνθρωποι, άλλωστε.

Σελίδες