ikariamag | ελεύθερες πτήσεις - της Ρωξάνας Θεοδώρου

Η Ρωξάνα ήταν ένα κοριτσάκι με τεράστια γυαλιά-τηλεοράσεις, που ήθελε να γίνει αρχαιολόγος, συγγραφέας, γραφίστας ή, τουλάχιστον, ο Λάιoν-O. Δεν της έκατσε τίποτε απ’ όλα αυτά, αλλά, δε βαριέσαι, βρήκε τις βιβλιοθήκες και ταίριαξε μια χαρά. Τα γυαλιά θεωρητικά τα έβγαλε αλλά τα φοράει πάντα, νοητά. Έχει μια εγγενή έλλειψη αίσθησης μέτρου στο φαγητό, στις ενδυματολογικές επιλογές και στην πίστη της στην ανθρώπινη καλοσύνη. Ειδικότητά της είναι οι άχρηστες πληροφορίες, από κείνες που ούτε στο Trivial Pursuit δε χρησιμεύσουν. Βαφτίστηκε στο Τραπάλου, 3 χρονών κοπέλα. Η ίδια έκανε τα πάντα για να το αποφύγει, προτείνοντας, μάταια, να την παντρέψουν πρώτα. Τρέμει τις αράχνες παθολογικά και ξέρει ότι η απάντηση στην πιο σημαντική ερώτηση δεν είναι 42.

της Ρωξάνας Θεοδώρου

Δεν ξέρω για σας, αλλά εμείς όταν ήμασταν μικρά, τα γλυκά, τις καραμέλες, τις σοκοφρέτες, τα γαριδάκια και τα λοιπά υπέροχα σκατολοΐδια, τα βλέπαμε με το κιάλι.

Στην αυλή μου έχω ένα κρεβάτι.

Μπαίνουν σ' ένα αεροπλάνο μια Σαλονικιά, μια Καριωτίνα και μια Κομοτηναία. Θα μπορούσε να είναι κι ανέκδοτό, αλλά όχι. Τrue story. Μαζεύουν, λοιπόν, αυτές τα μπογαλάκια τους να πάνε στο Παρίσι. Διότι έχουνε γάμο. Παντρεύουν την κολλητή τους φίλη με το υπέροχο ταίρι της, κι αν δεν πάνε αυτές να κάνουν τον δέοντα σαματά, ο γάμος δεν στεριώνει.

07/02/2018 - 11:31Beautiful Mess

Ακίνητοι στην κίνηση της Καρέα. Εφτά και μισή το πρωί. Κάθε αυτοκίνητο είναι ένα σύμπαν, 9-10 τετραγωνικά μέτρα αναρχοαυτόνομου κόσμου, μέσα στο οποίο εκτυλίσσονται δράματα, κλάματα, νεύρα, χαρές, εκπλήξεις, ανία. Ζωές. Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Προς το παρόν πουθενά.

Ο θείος μου ο Κώστας ήταν, ίσως, ο πιο γλυκός άνθρωπος στον κόσμο. Ευγενής, καλόβολος, αγαπησιάρης, τρυφερός, προκομένος. Πέθανε πριν λίγα χρόνια, ο δόλιος, όταν, σκαρφαλώνοντας στην οροφή του γκαράζ για να ισιώσει την κεραία της τηλεόρασης, έχασε το πάτημά του, γλίστρησε και έπεσε.

Το κουρδιστό πικάπ ήταν δώρο του θείου Σταύρου από την Αμερική. Όταν της το είχε στείλει, μαζί με σεντόνια king size (πού να βρείς king size κρεββάτι στην Ικαρία, διπλωμένα τα έστρωνε), ένα σετ μαχαιροπίρουνα και δύο φουστάνια που της έπεφταν μικρά και την έκοβαν στις μασχάλες, -όλα δώρα για το γάμο της-, το κοίταζε εκστασιασμένη.

Το ‘χεις κάνει κι εσύ, είμαι σίγουρη. Μόλις γυρίσεις από την Ικαρία, μόλις περάσουν λίγες μέρες και ξεπλυθεί το χώμα της Λαγκάδας απ’ τ’ αμάξι, μόλις πέσουν οι πρώτες βροχές, ή όταν μαζευτείτε στο πρώτο χειμωνιάτικο κάλεσμα, ανοίγεις το Google και γράφεις «Ικαρία». Να δεις, τί έγινε τόσο καιρό που έλειψες;

- Μαμάααα; Εσύ τους γνώρισες τους δεινόσαυρους; - Πας καλά, παιδάκι μου; Πόσο γριά νομίζεις ότι είμαι; ΠΟΣΟ ΓΡΙΑ ΕΙΜΑΙ; Πέντε λεπτά αναμονής για να ετοιμαστεί το φαΐ σου φαίνονται αιωνιότητα, αλλά η μανούλα 200 εκατομμύρια χρονάκια άνετα τα ‘χει.

Κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, μετά τη συνθηκολόγηση της χώρας, ένα σωρό άντρες, μα και γυναίκες, είχαν φύγει από την Ελλάδα για να πάνε να πολεμήσουν στο πλευρό των Συμμάχων. Πάρα πολλοί από αυτούς χάθηκαν, σκοτώθηκαν, δε γύρισαν ποτέ πίσω, αφήνοντας χήρες, ορφανά και μάνες χαροκαμένες.

Η γιαγιά μου σε λίγες μέρες κλείνει τα 102. Το κάπνισμα το έκοψε πριν καμιά τριανταριά χρόνια, αν θυμάμαι καλά. Μάλλον βαρέθηκε. Κάθε μέρα πίνει το κρασάκι της (ένα ποτηράκι με το φαΐ, εξάπαντος νερωμένο) και λατρεύει τις τηγανητές πατάτες, το μόνο πράγμα που τη θυμάμαι να λιμπίζεται πραγματικά.

Σελίδες