ikariamag | ελεύθερες πτήσεις - της Δέσποινας Σιμάκη

Η Δέσποινα Σιμάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ικαρία. Με το όνειρο να εγκαταλείψει τα αγροτικά της καθήκοντα έβαλε πλώρη για Φιλοσοφικές και τέτοια. Αφού έζησε κάμποσο στη συμπρωτεύουσα κατέληξε στην πολύβουη κι επικίνδυνη πλέον Αθήνα, ευτυχώς έχοντας πάντα δίπλα της παιδικά μουτράκια και μπόλικα χαμόγελα. Μα τ’ όνειρο της εγκατάλειψης έγινε όνειρο επιστροφής και δε χάνει καμιά ευκαιρία για πισωγυρίσματα στα μονοπάτια και στις ραχούλες τις καριώτικες ή στις ιστορίες που άκουγε μικρή και που τώρα πια, στην ωριμότητα, φαντάζουν μοναδικές και παραμυθένιες.

της Δέσποινας Σιμάκη

Η μικρή θα ‘τανε στα τέσσερα, αν θυμάμαι καλά. Είχε βήχα επίμονο. Η μάνα της την πήγε στο γιατρό. Παραθέριζε ο άνθρωπος, αλλά, μια και ήταν ο μόνος γιατρός στο χωριό και ντόπιος, δεχόταν και επισκέψεις ασθενών. Μέσα Αυγούστου. Απογευματάκι.

Μόνο μια φράση της Γιαγιάς είχα στο μυαλό μου, καθώς έψαχνα την ιστορία του πλοίου: Δώδεκα μέρες ήκαμε ο πάππους σας στο πέλαγος. Ναύτη τον πήρανε από τη Βηρυτό που ‘μασταν πρόσφυγες. Τον είχαμε για χαμένο... Μισοπεθαμένος βγήκε στη Βραζιλία μες σε μια βάρκα... Αλλά τα κατάφερε. Έτσι να παλεύετε κι εσείς, να μην τα παρατάτε ποτέ...

19/03/2014 - 00:20Όκο!

Κατέβηκε στο νησί καλά προετοιμασμένος. Είχε φίλους Ικαριώτες και φίλους που δεν είχαν ικαριακή καταγωγή, αλλά λάτρεψαν τον τόπο κι εγκαταστάθηκαν μόνιμα εκεί πριν από χρόνια.

Νύχτωσε χωρίς να το καταλάβει. Είχε πάει στα μέρη του Αγίου, το χωριό του όμως ήταν από την «άλλη πάντα» και το πέρασμα απ’ το Κακό Καταβασίδι ήταν αδύνατο βραδιάτικα. Πάει στην πλατεία της Πλαγιάς, το τελευταίο χωριό πριν απ’ το πέρασμα, δένει το γαϊδουράκι του σ’ ένα δέντρο και μπαίνει στον καφενέ.

Ο Κώστας κάθεται στον πάγκο έξω από τον καφενέ του στον Άγιο Πολύκαρπο. Είναι και ψιλικατζίδικο. Ο ανιψιός αγουροξυπνημένος του ζητά τσιγάρα κι εκείνος προσπαθεί για πολλοστή φορά να τον αποτρέψει. Πάντα εξοργίζεται με την παραγγελιά, όποιος και να την κάμει. Γι’ αυτό και τα τσιγάρα είναι κρυμμένα στην αμπάρα, μπας και δε μπούνε στον πειρασμό οι πελάτες. Δε θέλει τέτοιο κέρδος…

Την παρακολουθούσα μέρες. Ξεχώριζε για τη σπιρτάδα στο βλέμμα και το ζωηρότατο βάδισμα σε αντίθεση μ’ όλους τους άλλους που βρίσκονταν σ’ εκείνον τον υπόγειο χώρο.

O Θωμάς, ή όπως αλλιώς τον έλεγαν στην πατρίδα του, κατέβηκε πριν χρόνια απ’ το καράβι κι άρχισε να περπατά στο δρόμο. Είχε μαζί του τα ρούχα που φορούσε. Κανέναν δεν ήξερε.

27/09/2013 - 00:09Ησάστισε

Αγνοώ αν η αφηρημάδα αποτελεί ένα ακόμη μυστικό της μακροζωίας, αλλά σίγουρα αποτελεί χαρακτηριστικό του είδους μας. Μια σαστισμάρα την έχουμε όλοι. Από τον ταξιτζή που ξεχνά το δρομολόγιο, από τον υδραυλικό που ξεχνά τη σύνδεση, από τον σερβιτόρο που ξεχνά την παραγγελία.

-Θα φέρεις ένα χάρτη μαζί σου; Με είχε ρωτήσει απ’ το τηλέφωνο.
-Ναι, κάπου έχω έναν.

Δεν τον έψαξα καν. Ήμουν τόσο χαρούμενη που τον είχα πείσει επιτέλους να επισκεφθεί το νησί… Ούτε που μου πέρασε απ’ το μυαλό ο χάρτης.

Την ξύλινη σκάλα που ένωνε τις δυο κατοικίες δεν την ανεβαίναμε ποτέ. Μόνο η μάνα και μόνο όταν την καλούσαν οι σπιτονοικοκύρηδες. Αυτό συνέβαινε συγκεκριμένη μέρα και ώρα. Όταν άρχιζαν «Οι Πανθέοι». Μας είχε ήδη τακτοποιήσει στα κρεβάτια μας, μας είχε πει κι από ένα παραμύθι και μετά, μόλις ακουγόταν η μουσική των τίτλων, έσιαχνε τα μαλλιά και τη ρόμπα, περίμενε κάνα λεπτό,

Σελίδες

ikariastore banner