ikariamag | ελεύθερες πτήσεις - της Δέσποινας Σιμάκη

Η Δέσποινα Σιμάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ικαρία. Με το όνειρο να εγκαταλείψει τα αγροτικά της καθήκοντα έβαλε πλώρη για Φιλοσοφικές και τέτοια. Αφού έζησε κάμποσο στη συμπρωτεύουσα κατέληξε στην πολύβουη κι επικίνδυνη πλέον Αθήνα, ευτυχώς έχοντας πάντα δίπλα της παιδικά μουτράκια και μπόλικα χαμόγελα. Μα τ’ όνειρο της εγκατάλειψης έγινε όνειρο επιστροφής και δε χάνει καμιά ευκαιρία για πισωγυρίσματα στα μονοπάτια και στις ραχούλες τις καριώτικες ή στις ιστορίες που άκουγε μικρή και που τώρα πια, στην ωριμότητα, φαντάζουν μοναδικές και παραμυθένιες.

της Δέσποινας Σιμάκη

Η Σουσάνα, που λες, ήτανε μια αιθέρια ύπαρξη που έζησε στο νου ενός συμπατριώτη μας από την Πλαγιά τον περασμένο αιώνα. Σαν γιόρταζε κανείς άγιος, ο εμπνευστής της την κουβαλούσε πηγαίνοντας με τα πόδια στο πανηγύρι, την κουβαλούσε και τη γνώριζε στους συμπατριώτες του. Αργότερα την έμαθαν όλοι, την αγάπησαν κι αποζητούσαν με λαχτάρα να την ξαναδούν.

Πρωινό καλοκαιριού στην αυλή. Σκουπίζω. Ένας γείτονας, παιδικός φίλος του πατέρα μου, κοντοφθάνει με το κεφάλι σκυφτό.
-Βρε καλώς τον!
- Καλημέρα, παιδί μου. Πού είναι οι δικοί σου;

Την Κυριακήν της 9ης Νοεμβρίου ο διακεκριμένος καθηγητής κ. Αρ. Φουτρίδης έδωκε υπό πολυπληθούς ακροατηρίου μιαν υπέροχον διάλεξιν περί του έργου του αειμνήστου ποιητού Γεωργίου Σουρή.

Απ’ το δώμα του Πλάστη σταλμένη{...} στο μικρό αλλ’ ανδρείο νησί. Το σιγοτραγουδούσαμε παιδιά και καμαρώναμε. Κι άμα ερχόντανε τ’ Αθηναιάκια στο νησί, εμείς ξιπαζόμασταν «...γιατί εμείς έχουμε και δικό μας ύμνο! Αμέεε... Εσείς έχετε;»

Ύστερα εκείνη πήγε στις φίλες της. Κι εκείνος σε μια ντίσκο στον Αρμενιστή. Τους είδαμε όλοι καθώς γυρνούσαν αγκαλιά από το λιμάνι. Ήτανε μια όμορφη ανοιξιάτικη νύχτα.

Χτες άλλαξε ο χρόνος. Μπήκε το 2013 και χαρά δεν είχε. Δυο τρεις γνωστοί τη συνάντησαν στο δρόμο και της είπαν να τους ακολουθήσει στο χαιρέτιο. Τους είπε πως θα πάει, αλλά προτίμησε να κάτσει πλάι στο τζάκι. Έτσι κι αλλιώς, είχε να βγει για κάλαντα είκοσι χρόνια και βάλε. Άναψε μια μεγάλη φωτιά με κούτσουρα θεόρατα. Δε βαριέσαι, ο Άη Βασίλης δεν ήρθε χτες, δε θα ‘ρχόταν ούτε απόψε, ούτε και του χρόνου, σκέφτηκε. Πύρωσε η καμινάδα και πύρωσε και το λαρύγγι της. Κρασί φρέσκο, φετινό. Πήγε πάλι δώδεκα. Γυρίζει προς την πόρτα, πού της ήρθε;

09/11/2015 - 10:23Τίνος είσαι;

Στο ΚΤΕΛ Ιωαννίνων. Ήθελε κάνα τέταρτο για να ξεκινήσει το λεωφορείο. Κοιτάζω τριγύρω για παρέα, βλέπω τρεις μαυροφορεμένες γιαγιάδες με σκαμμένο πρόσωπο, με κάπως σκληρό βλέμμα, αλλά ευθύ και διαπεραστικό, γνήσιες Ηπειρώτισσες, όπως αυτές που συναντά κανείς στις μαγικές φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα. Τέλεια! Παίρνω μια καρέκλα και χωρίς δισταγμό κάθομαι στην παρέα τους. Με κοιτάζουν με απορία.

30/09/2015 - 14:15Συριανή γλυκιά

Σύρια ή Σύρα ή Συριανή ή εκείνη που βγήκε στο σεργιάνι, δεν έχει τόση σημασία, παιδί και λίγο κοπέλα, με υπέροχα μάτια και δυνατό γέλιο. Η μάνα της φορά μαντήλι στα μαλλιά, μου θυμίζει μια φωτογραφία ασπρόμαυρη της γιαγιάς μου στα νιάτα της. Θα φορούσε το μαντήλι, σκέφτομαι, ακόμη και στο ταξίδι για το Τσεσμέ και το Χαλέπι, τότε που έσερνε τα τρία της παιδιά μαζί.

29/05/2015 - 11:08Ο Κερατούκλης

-Τι αγαπημένο ζευγάρι που είστε... Μαλώσατε ποτέ; τη ρωτάει η νύφη της.
-Βρε κάθε μέρα μαλώνουμε, μα είναι για λίγο. Μια φορά μόνο ηκράτησε παραπάνω.

Τρία παιδιά ήταν. Ο Γιώργος, η Μαρία και ο Παύλος. Κουβαλούσαν στην πλάτη τη σκηνή τους, τις κατσαρόλες και τ’ αρβυλάκια τους. Κουρασμένα φαίνονταν απ’ το λιοπύρι και τα πήρα στ’ αμάξι. Είχαν δώσει πανελλαδικές τον Ιούνη κι είχαν έρθει στο νησί για ξεκούραση και γλέντι. Δεν είχαν λεφτά για ξενοδοχείο. Γλυκύτατα ήταν. Έφευγαν με το καράβι απ’ τον Εύδηλο. Δεν πέρασαν καλά, λέει, γιατί φέτος είχε πολλούς στην παραλία κι έκαναν φασαρία όλο το βράδυ.

Σελίδες