Όλο με ρωτάς να σου πω πώς είναι η Ικαρία κι όλο σου λέω «Μμμ, δεν ξέρω». - Ε τι δεν ξέρεις, αφού από εκεί είσαι!

23/08/2017 - 11:17μεσημέρι

Λιοπύρι. Τα ρούχα κολλούν πάνω σου, με δυσκολία ανασαίνουν. Ιδρώτας τρέχει στο λαιμό, στέκεται λίγο στην στερνική εγκοπή (σκέφτεσαι: αυτό το σημείο θα έπρεπε να βαφτίσουν lacus lacrimalis , όχι την άκρη του ματιού), διστάζει ελάχιστα και κυλάει ανάμεσα στο στήθος σου.

Πώς θα σου φαινόταν αν άκουγες Αυγουστιάτικα από τους επισκέπτες συνέχεια αυτή την ερώτηση: «Μα πότε επιτέλους θα ηρεμήσει η θάλασσα;» Πώς θα αισθανόσουν αν έπρεπε να απολογηθείς για τον καιρό, κάθε φορά, σε κάθε έναν ξεχωριστά. Για τον καιρό, που πραγματικά δε μπορεί κανείς να κάνει τίποτα, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ποιος ξέρει, μπορεί κάποτε να ανακαλυφθούν κάποιοι τρόποι ελέγχου(!).

Εντάξει, η αλήθεια είναι πως συνήθως τους πρωτάρηδες τους προειδοποιούμε - εγώ τουλάχιστον! Απλώς η υπερβολική αγάπη μας για το νησί και τις καταστάσεις που εμείς βιώνουμε -όπως τις βιώνουμε λαμβάνοντας υπόψη αυτή την αγάπη- μάλλον περιγράφουν έναν τόπο μαγικό (που φυσικά είναι!) και κάπου εκεί χάνεται η μεταδοτικότητα για τις όποιες περιστάσεις «ασυμβατότητας» μπορεί να βιώσει ένας νεόφερτος!

Επέστρεψα!! Είμαι πάλι εδώ. Ήρθα χθες το βράδυ με το πλοίο και το καλωσόρισμά σου δεν ήταν πολύ ευχάριστο. Με υποδέχτηκες με δυνατή βροχή και ισχυρό άνεμο. Πήρα το μήνυμα: είσαι θυμωμένη μαζί μου γιατί δεν ήρθα νωρίτερα, μετά από το περασμένο καλοκαίρι, αναβάλλοντας την επιστροφή μου με διάφορες δικαιολογίες.

Ήξερα πως πρέπει να φύγω. Ήταν επιτακτικό. Είχα, όπως πάντα, ανειλημμενες υποχρεώσεις και άλλα τέτοια πιεστικά πράγματα. Ήταν όμως Κυριακή του Θωμά, ο κόσμος προβλεπόταν πολύς και το ταξίδι ταλαίπωρο. Έλπιζα πως δεν θα έβρισκα εισητήριο, αλλά βρήκα. Και πήγα στο λιμάνι με την τσαντουλα μου, της μιας αλλαξιάς, για άλλο ένα ταξίδι αστραπή.

Κρέμομαι από την κουπαστή σαν στεγνωμένο φανελάκι σε απλώστρα. Κοιτάω τα κατακόκκινα κουτουπιέ μου. Είναι πασαλειμμένα με την ειδική αλοιφή για να γιάνουν από το έγκαυμα. Δεν είχα ξανακαεί στο κουτουπιέ. Άσχημο πράγμα να μην μπορείς να βάλεις παπούτσια. Ειδικά αν θέλεις να ανέβεις στο μοναστήρι της Πάτμου. Στο ιστιοφόρο δεν τα χρειάζεσαι, γι’ αυτό άλλωστε δεν τα φοράς και τσουρουφλίζεσαι.

Οι φίλοι μιλούσαν για Ικαρία, για αυτοδιαχειριζόμενα κάμπινγκ, για το Να, για τη χαλαρή ατμόσφαιρα, κι εγώ με τον Σον, τον Ολλανδό συνταξιδιώτη μου για πάνω από 30 χρόνια, στην Ελλάδα κι έξω, κουνούσαμε το κεφάλι και λέγαμε "τσκ… τσκ… Σαν τους Φούρνους…!"

- Μα καλά, πώς περνάτε το χειμώνα στην Ικαρία; (με ταυτόχρονη έκφραση λύπησης και στωικότητας)

Όταν κάποιος δεν έχει περάσει χειμώνα στο νησί-το συγκεκριμένο νησί, δεν έχει ιδέα για το πόσο όμορφα μπορεί να είναι- και μάλιστα χωρίς καθόλου πλήξη.

Χρόνια τώρα ακούω φίλους και γνωστούς να λένε ότι θέλουν να «γυρίσουν» στο νησί, κι ομολογώ ότι είναι μια σκέψη που με στοιχειώνει κι εμένα από καιρό. Οι περισσότεροι από εμάς ούτε έχουμε γεννηθεί ούτε έχουμε ζήσει εκεί. Ωστόσο, μας είναι τόσο οικείο που το βλέπουμε σαν «επιστροφή» στον τόπο μας και όχι σαν μια απλή «μετακόμιση». Αλλά αυτή η «επιστροφή» ενέχει και πολλές δυσκολίες...

Σελίδες