"Φρουρά φρουρά, αλλάξετε θέσεις για άλλη μια... σέλφι’’. Κάπως έτσι πρέπει να ακούστηκε η φωνή του καλλιτέχνη φωτογράφου που κλήθηκε ή προσφέρθηκε να αποθανατίσει την φρουρά της Ικαριακής Επανάστασης κάποια στιγμή το Καλοκαίρι του 1912.

Το θέμα των αδέσποτων και των δεμένων σκυλιών δίνει άλλη μια πρωτιά στη χώρα μας, η οποία συγκαταλέγεται ανάμεσα στις χώρες του αναπτυγμένου κόσμου.

Μεγάλη Πέμπτη πρωί, πολύ πρωί και ξεκίνησα από το Καρκινάγρι, δίπλα στον Φάρο του Κάβο Πάπα, να πάω στον άλλο... Φάρο της Ικαρίας! Ο λόγος, ένα email που έφτασε στο ikariamag.gr για την προσπάθεια που χρόνια τώρα γίνεται εκεί από ντόπιους

Ήταν ένα τάμα των παιδικών μου χρόνων. Εντυπωσιασμένος από την Καριώτισσα μάνα, που στο παιδικό μου μυαλό φάνταζε σαν ηρωΐδα και αγία μαζί, ήθελα πάντα να γράψω κάτι γι' αυτήν, κάτι σαν ύμνο, δείγμα ελάχιστο του θαυμασμού και της αγάπης που ένιωθα. Και να που το τάμα αυτό έμελλε να το εκπληρώσω σήμερα, σε μιαν ηλικία που ο συναισθηματισμός, η αναπόληση και η νοσταλγία ομορφαίνουν, αλλά ταυτόχρονα και καταδυναστεύουν τη ζωή μας.

Τωρα μεταξύ μας, για να λέμε αλήθειες, δεν είμαστε όλοι και πολύ νοικοκύρηδες. Εντάξει, υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά είναι λίγες και δυστυχώς αυτό φαίνεται και είναι κρίμα και μας χαντακωνει όλους.

Μια ιστορία αγάπης, όχι από εκείνες της ''βαθιάς κατανόησης'' και “αλληλοσεβασμού”, αλλά από εκείνες του πάθους, του ''εμείς μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε''! Ήθελα πολύ καιρό να γνωρίσω το θρυλικό παππού ''Πανταρούχα” μα τα κατάφερα τελικά λίγο πριν φύγει όπως ο ίδιος το αποφάσισε. Έτσι, έμαθα το ιστορικό αυτού του θυελλώδη έρωτα από τον ίδιο τον παππού ενώ η γιαγιά Φιλιώ συχνά κουνούσε το κεφάλι και σχολιάζε... έπαιρνε το αίμα της πίσω γιατί την ''παίδεψε'' όπως παραπονιέται.

Επέστρεψα!! Είμαι πάλι εδώ. Ήρθα χθες το βράδυ με το πλοίο και το καλωσόρισμά σου δεν ήταν πολύ ευχάριστο. Με υποδέχτηκες με δυνατή βροχή και ισχυρό άνεμο. Πήρα το μήνυμα: είσαι θυμωμένη μαζί μου γιατί δεν ήρθα νωρίτερα, μετά από το περασμένο καλοκαίρι, αναβάλλοντας την επιστροφή μου με διάφορες δικαιολογίες.

Κάθε καλοκαίρι πια τα ίδια. Δεν τους χωρούσε ο τόπος. Στην εφηβεία ο κόσμος ολόκληρος δε σε χωράει, πόσο μάλλον το Τραπάλου, μια σταλιά χωριό. Μακραίνανε τα μέλη τους, φουσκώνανε τα σώματα τους, μελαγχολούσε η διάθεσή τους, ένα έρεβος· δεν ξέρανε πώς να βολευτούν, πώς να κάτσουν, πώς να φερθούν.

Ήξερα πως πρέπει να φύγω. Ήταν επιτακτικό. Είχα, όπως πάντα, ανειλημμενες υποχρεώσεις και άλλα τέτοια πιεστικά πράγματα. Ήταν όμως Κυριακή του Θωμά, ο κόσμος προβλεπόταν πολύς και το ταξίδι ταλαίπωρο. Έλπιζα πως δεν θα έβρισκα εισητήριο, αλλά βρήκα. Και πήγα στο λιμάνι με την τσαντουλα μου, της μιας αλλαξιάς, για άλλο ένα ταξίδι αστραπή.

Πρωινό καλοκαιριού στην αυλή. Σκουπίζω. Ένας γείτονας, παιδικός φίλος του πατέρα μου, κοντοφθάνει με το κεφάλι σκυφτό.
-Βρε καλώς τον!
- Καλημέρα, παιδί μου. Πού είναι οι δικοί σου;

Σελίδες

ikariastore banner