
Γεωγραφία
Η Ικαρία ανήκει στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου ή Ανατολικές Σποράδες, σύμφωνα με την επίσημη ονομασία αυτού του συμπλέγματος νησιών που βρίσκονται κατά μήκος της μικρασιατικής ακτογραμμής. Βορειοανατολικά της Ικαρίας και σε απόσταση 10 ναυτικών μιλίων βρίσκεται η Σάμος, στα νοτιοανατολικά και σε απόσταση 18 ν. μ. διακρίνεται η Πάτμος και 15 ν. μ. δυτικά της η Μύκονος. Στα βόρεια, σε απόσταση 35 ν. μ. βρίσκεται η Χίος, ενώ από τα ανατολικά την περικυκλώνουν οι Φούρνοι, μια συστάδα νησιών που κατά την κλασική περίοδο ήταν γνωστά με το όνομα Κορσιαί. Η Ικαρία με τις νήσους Φούρνοι και Θύμαινα αποτελούν την επαρχία Ικαρίας, η οποία ανήκει, μαζί με την επαρχία Σάμου, στον νομό Σάμου.
Γεωλογία
Χαρακτηριστικό στοιχείο της μορφολογίας της Ικαρίας είναι οι τεράστιες εναλλαγές που παρουσιάζει το ανάγλυφό της και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην τεκτονική και τη δομή των πετρωμάτων που αναφέραμε παραπάνω, καθώς και στα πολλά και μεγάλα ρήγματα που υπάρχουν στο νησί. Στο κέντρο του νησιού δεσπόζει η οροσειρά Αθέρας (στα αρχαία χρόνια γνωστή ως Δράκανον ή Πράμνος) και διαθέτει ψηλές βουνοκορφές όπως είναι ο Εφανός (1.040 μ.) στα ανατολικά, ενώ στα νοτιοδυτικά ορθώνεται το όρος Μέλισσα ή Αγριομέλισσα, με υψηλότερη κορυφή την Προβατοκεφάλα (1.014 μ.).
Στο βόρειο τμήμα του νησιού, το κύριο μορφολογικό χαρακτηριστικό είναι οι πολυάριθμοι χείμαρροι που κατεβαίνουν ορμητικοί από τα υψίπεδα του Αθέρα. Το έδαφος είναι ομαλότερο, σε σύγκριση με αυτό της νότιας πλευράς, όμως κάθε τόσο συναντάμε βαθιές χαράδρες που γεμίζουν νερό κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ανάμεσά τους ανοίγονται ήμερες λαγκαδιές, υψώνονται λόφοι με πυκνά δάση, ενώ υπάρχουν και ορισμένες αρκετά εύφορες, καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Αντίθετα, στην νότια πλευρά η καλλιεργήσιμη γη είναι πολύ περιορισμένη, αφού η οροσειρά κατηφορίζει απότομα και σχεδόν μονοκόμματα προς τη θάλασσα. Το τοπίο δεν είναι ενιαίο ούτε στο βορρά αλλά ούτε και στο νότο, καθώς παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία ακόμα και μέσα στα όρια μιας συγκεκριμένης περιοχής. Περπατώντας σε οποιαδήποτε γωνιά του νησιού, ανακαλύπτει κανείς ότι μέσα σε άγρια τοπία κρύβονται θαυμάσιες ειδυλλιακές εικόνες, ενώ τεράστιοι λίθινοι όγκοι που βρίσκονται διάσπαρτοι ανάμεσα σε χωριά, ελαιώνες και σεληνιακά τοπία, δημιουργούν ερωτηματικά και εξάπτουν την περιέργεια. Έτσι, ενώ σε κάποιους τόπους κυριαρχεί το άγριο μεγαλείο των γκρεμών και των βράχων, σε κάποιους άλλους η φύση μαλακώνει προσφέροντας ήρεμες εικόνες στα μάτια του επισκέπτη.
Το όνομα του νησιού – Μυθολογία
Κατά την αρχαιότητα το νησί ήταν γνωστό με πολλά ονόματα, επικρατέστερα των οποίων ήταν τα Μάκρις και Δολίχη (λόγω του μακρόστενου σχήματος), Ιχθυόεσσα (από τα πολλά ψάρια που υπήρχαν στην περιοχή) και Ανεμόεσσα (εξαιτίας της σφοδρότητας των ανέμων της). Το σημερινό όνομά της, ωστόσο, το οφείλει στο γιο του Δαιδάλου, τον Ίκαρο, που έπεσε στο ομώνυμο πέλαγος ενώ πετούσε, - ένας μύθος που ανάγεται τουλάχιστον στον 5ο αιώνα π.Χ. ή και παλαιότερα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Ο Δαίδαλος ήταν ένας φημισμένος για το ταλέντο του τεχνίτης ο οποίος κατασκεύασε σπουδαία αρχιτεκτονικά και γλυπτά έργα. Καταγόταν από την Αθήνα και καρπός του έρωτά του με τη δούλη Ναύκρατη ήταν ο μοναχογιός του, Ίκαρος. Η φήμη του λέγεται ότι είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της Αθήνας, με αποτέλεσμα να φιλοξενηθεί μαζί με το γιο του από το βασιλιά Μίνωα στην Κρήτη για να κατασκευάσει μεταξύ άλλων και το γνωστό σε όλους μας Λαβύρινθο. Στην Κνωσό ο Δαίδαλος δεν κατόρθωσε τελικά να αποφύγει τον εγκλεισμό, αφού σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου που μας δίνει ο Ευριπίδης, ο Μίνωας φυλάκισε πατέρα και γιο στο Λαβύρινθο, επειδή ο Δαίδαλος είχε βοηθήσει τη σύζυγο του βασιλιά, Πασιφάη, να ενωθεί ερωτικά με τον ταύρο του Ποσειδώνα και να γεννήσει τον Μινώταυρο. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Μίνωας θεώρησε ότι ο Δαίδαλος ήταν υπεύθυνος για την απόδραση του Θησέα και γι’ αυτό τον έκλεισε μαζί με τον Ίκαρο στο Λαβύρινθο, ενώ μια τρίτη εκδοχή αναφέρει ότι ο βασιλιάς φοβήθηκε μήπως ο Δαίδαλος χτίσει και αλλού ανάκτορα, καλύτερα από τα δικά του, και έτσι τον περιόρισε στο Λαβύρινθο, πάντα μαζί με το γιο του.
Για όποιο λόγο, λοιπόν, και αν κατέληξαν εκεί, ο πολυτάλαντος Δαίδαλος δεν το έβαλε κάτω και βάλθηκε να σχεδιάζει την απόδρασή τους. Χρησιμοποιώντας φτερά, τα οποία κόλλησε μεταξύ τους με κερί, κατασκεύασε δύο μεγάλα ζευγάρια πτερύγων, τις οποίες στη συνέχεια συγκόλλησε πάνω στα σώματά τους με τον ίδιο τρόπο. Έτσι, Δαίδαλος και Ίκαρος κατόρθωσαν να δραπετεύσουν από την Κρήτη πετώντας, αλλά όχι για πολύ… Γοητευμένος από την πτήση, ο Ίκαρος αγνόησε την συμβουλή του πατέρα του να μην πλησιάζει πολύ τον ήλιο. Το αποτέλεσμα ήταν να λιώσει το κερί, να αποκολληθούν τα φτερά και ο ίδιος να πέσει στο πέλαγος. Λέγεται ότι ο Δαίδαλος βρήκε το πτώμα του γιου του στα κύματα του Ικάριου πελάγους και το έθαψε στο νησί που, έκτοτε, ονομάζεται Ικαρία.
Προϊστορία (400.000-1050 π.Χ.)
Πότε ακριβώς ξεκίνησε η ανθρώπινη κατοίκηση στο νησί δεν είναι γνωστό, αλλά οι περιορισμένες αρχαιολογικές έρευνες σε διάφορες περιοχές και σπήλαια της Ικαρίας έχουν φέρει στο φως νεολιθικά εργαλεία και αγγεία. Δεν είναι εξακριβωμένο αν αναπτύχθηκαν οργανωμένες νεολιθικές κοινότητες λόγω του ακατάλληλου εδάφους για καλλιέργεια, ωστόσο πρόσφατα, στο χωριό Γλαρέδο, ανακαλύφθηκαν ερείπια οικισμού της Νεολιθικής περιόδου, μολονότι πρέπει να γίνουν διεξοδικές έρευνες για την άντληση ολοκληρωμένων συμπερασμάτων.
Ιστορία
Αρχαιότητα (10ος αιώνας π.Χ. – 330 μ.Χ.)
Οι πρώτοι κάτοικοι του Αιγαίου πελάγους ήταν Πελασγοί, Κάρες και Λέλεγες, με τους πρώτους να έχουν εγκατασταθεί κυρίως στο βόρειο Αιγαίο, ενώ στο ανατολικό φαίνεται ότι κυριαρχούσαν οι δεύτεροι. Η Ικαρία είχε στενές εμπορικές επαφές με τα παράλια της Μικράς Ασίας, ωστόσο καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας υπέφερε από τις ανελέητες επιθέσεις των πειρατών γα τους οποίους οι αμέτρητοι κολπίσκοι των Φούρνων αποτελούσαν ιδανική τοποθεσία για τα κρησφίγετά τους. Σχετικά μικρές ήταν οι περίοδοι κατά τη διάρκεια των οποίων η Ικαρία κατόρθωσε να ευημερήσει ανενόχλητη, όπως όταν βρισκόταν υπό την προστασία της Συμμαχίας της Δήλου (478-427 π.Χ.).
Από τον 3ο αιώνα π.Χ. και μέχρι την εποχή του Βυζαντίου, οι ιστορικές πηγές σιωπούν σχεδόν ολοκληρωτικά όσον αφορά την Ικαρία, αφήνοντάς μας να αντλήσουμε συμπεράσματα μόνο από ιστορικά στοιχεία των γύρω περιοχών. Έτσι λοιπόν συμπεραίνουμε πως εξαιτίας ενός τρομερού σεισμού στο Αιγαίο το 205 π.Χ., σε συνδυασμό με την πειρατεία, οι Ικαριώτες προτίμησαν να αποσυρθούν σε ορεινές περιοχές του νησιού ή γύρω από τον οχυρωμένο Πύργο του Δρακάνου.
Στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. οι Ρωμαίοι εμφανίστηκαν στο Αιγαίο, αλλά την περίοδο 190-129 π.Χ. το νησί είχε ερημωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά. Ο Πομπήιος κατόρθωσε τελικά να εξυγιάνει την περιοχή από τους πειρατές, με αποτέλεσμα να ανακάμψουν και πάλι η Ιωνία και τα γύρω νησιά. Κατά τη διάρκεια της Pax Romana και από τον 1ο αιώνα π.Χ., η Ρώμη άρχισε να χρησιμοποιεί τα νησιά του Αιγαίου ως τόπο εξορίας, με αποτέλεσμα πολλοί από τους εξόριστους της αυτοκρατορίας να καταλήξουν στην Ικαρία.
Βυζάντιο (324-1453 μ.Χ.)
Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας η Ικαρία ανήκε στο Θέμα (κάτι σαν νομός) της Σάμου. O αυτοκρατορικός στόλος κυριαρχούσε στο Αιγαίο και αντιμετώπιζε πλέον με επιτυχία τις επιδρομές των Σαρακηνών και άλλων πειρατών. Για μια μικρή χρονική περίοδο, η Ικαρία παρέμεινε τόπος εξορίας επιφανών προσώπων που αποτελούσαν πιθανή απειλή για το θρόνο και διέμεναν κυρίως στην περιοχή του σημερινού Κάμπου. Γύρω στο 1050 όμως που περικόπηκαν οι δαπάνες για το στόλο, οι Σελτζούκοι Τούρκοι που είχαν εισβάλει στη Μικρά Ασία, επιτέθηκαν στα δυτικά της παράλια και στη συνέχεια, με τα πλοία τους, προχώρησαν προς τα νησιά του Αιγαίου. Τον επόμενο αιώνα, το Αιγαίο έζησε ρημάχτηκε από τους Βενετούς και τους Νορμανδούς, οι οποίοι λεηλατούσαν τα νησιά, οδηγώντας τους κατοίκους των παράκτιων οικισμών της Ικαρίας για άλλη μια φορά στα βουνά.
Από το 1325 ως το 1481 το νησί βρισκόταν υπό την εξουσία των Γενουατών, στους οποίους είχε ανατεθεί από τις βυζαντινές αρχές η τήρηση της τάξης στην περιοχή. Εκείνοι, άφησαν το νησί στο έλεος των πειρατών και μολονότι το μεγαλύτερο μέρος του ντόπιου πληθυσμού –που είχε πλέον συρρικνωθεί περίπου στους 1.000 κατοίκους- είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή της Λαγκάδας, υπέφεραν από τις ανελ΄λεητες επιθέσεις τους.
Οθωμανική περίοδος (1453-1821)
Στην Ικαρία, η τουρκική κυριαρχία έφτασε το 1521. Οι Ικαριώτες, ζώντας μέσα στη φτώχεια στο εσωτερικό του νησιού, κατόρθωναν να απολαμβάνουν ένα καθεστώς αυτονομίας, πληρώνοντας –με ιδιαίτερη δυσκολία- το χαμηλότερο δυνατό «χαράτσι». Η οικονομία τους κατά τον 17ο αιώνα ήταν βασισμένη στις ανταλλαγές, ενώ το εμπόριο ήταν ακόμη αρκετά περιορισμένο, αν και όχι ανύπαρκτο.
Όταν, στις αρχές του 18ου αιώνα, οι Τούρκοι κατέλαβαν τη νότια Ελλάδα, ένα κύμα προσφύγων έφτασε και στην Ικαρία, αποικίζοντας τους εγκαταλειμμένους παραλιακούς οικισμούς και δίνοντας ώθηση στην οικονομία του νησιού. Στο μεσοδιάστημα, οι Τούρκοι είχαν εγκαταστήσει εκεί και ορισμένους Οθωμανούς «υπεύθυνους», με ρόλο διακοσμητικό, αφού για τα θέματα δικαιοσύνης αποφάσιζε η Δημογεροντία που αποτελούνταν από ντόπιους. Τα χρόνια που ακολούθησαν, ως τα τέλη του 18ου αιώνα, ήταν μια περίοδος σχετικής ευημερίας.
Νεότερη Ιστορία (1821-1945)
Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του ’21, η Ικαρία δεν συμμετείχε ενεργά στις πολεμικές επιχειρήσεις, παρόλο που ανάμεσα στα μέλη της Φιλικής Εταιρείας υπήρχαν και κάποιοι από τη Δημογεροντία της Ικαρίας. Βασικός λόγος ήταν ότι μολονότι το ελληνικό ναυτικό έπαιρνε από το νησί αρκετά γρόσια για να το προστατεύσει από τους πειρατές, τελικά δεν το έκανε. Το 1828 που συστάθηκε ελληνικό κράτος, η Ικαρία και τα νησιά που βρίσκονταν απέναντι από τα μικρασιατικά παράλια δεν αποτέλεσαν μέρος του. Μέχρι το 1836 το νησί απολάμβανε ένα είδος ανεξαρτησίας, χωρίς Τούρκους και Έλληνες αντιπροσώπους των αντίστοιχων κυβερνήσεων στα εδάφη της, αποφεύγοντας τους φόρους προς την Τουρκία και παρέχοντας άσυλο σε Έλληνες που είχαν διαφύγει από τις τουρκικές αρχές. Προς το τέλος του 19ου αιώνα, πλήθος Ικάριων, άνδρες και γυναίκες, μετανάστευε στη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια προς αναζήτηση εργασίας, ωστόσο σε σύγκριση με το παρελθόν, η Ικαρία βρισκόταν πια σε πολύ καλύτερη θέση.
Μολονότι όταν ξέσπασε η Κρητική Επανάσταση, το 1896, οι Ικαριώτες θεώρησαν πως δεν θα είχε καμία τύχη, τα επόμενα χρόνια άλλαξαν τελικά γνώμη και άρχισαν να επιθυμούν την Ένωση με την Ελλάδα, κυρίως λόγω κοινής θρησκείας, κουλτούρας και γλώσσας, ενώ η κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν πλέον προφανής. Το 1908, με μπροστάρη τον γιατρό Ιωάννη Μαλαχία –εξέχουσα προσωπικότητα του νησιού εκείνη την εποχή- άρχισαν οι πιέσεις προς την ελληνική κυβέρνηση για Ένωση, χωρίς όμως αποτελέσματα. Κατά τη διάρκεια του Ιταλοτουρκικού πολέμου (1911) η Ικαρία συνέχισε τις πιέσεις, χωρίς αποτέλεσμα λόγω δεσμευτικών μυστικών συμφωνιών που είχε συνάψει η Ελλάδα.
Έτσι, στις 16 Ιουλίου του 1912 ξεκίνησε η Ικαριακή Επανάσταση, με πρωτεργάτη τον γιατρό Ιωάννη Μαλαχία και τους περίπου πενήντα οπλισμένους συνεργάτες του. Αρχικά, οι ένοπλοι κατέλαβαν τον Εύδηλο, στις 17 Ιουλίου κατέλαβαν τις Ράχες, ενώ στις 18 έπεσε και ο Άγιος Κήρυκος. Οι αιχμάλωτοι –Τούρκοι πολίτες και διοικητικοί υπάλληλοι- μεταφέρθηκαν στην Έφεσο, καθώς οι ντόπιοι επιθυμούσαν απλά την απομάκρυνσή τους από τα εδάφη του νησιού και όχι την εκτέλεσή τους. Παρ’ όλα αυτά, η ένωση με την Ελλάδα ήταν και πάλι αδύνατον να πραγματοποιηθεί, λόγω αδυναμίας του Βενιζέλου να διαπραγματευτεί κάτι τέτοιο άμεσα.
Έτσι οι Ικαριώτες ανακήρυξαν το νησί τους Ελευθέρα Πολιτεία Ικαρίας και στους τέσσερις μήνες ανεξαρτησίας που ακολούθησαν εξέλεξαν μια Διοικητική Επιτροπή που ασκούσε την εξουσία, εκδόθηκε εφημερίδα, λειτούργησε τελωνείο, ταχυδρομείο, δικαστήρια, ενώ συγκροτήθηκε και δύναμη χωροφυλακής και ακτοφυλακής από ντόπιους.
Την 1η Νοεμβρίου του 1912 ο ναύαρχος Π. Κουντουριώτης έστειλε το αντιτορπιλικό «Θύελλα» υπό τον αντιπλοίαρχο Α. Βλαχόπουλο στην Ικαρία, με στόχο την κατάληψη και κατοχή του νησιού. Το απόγευμα της 4ης Νοεμβρίου 1912, η «Θύελλα» αγκυροβόλησε στον Άγιο Κήρυκο και η ελληνική σημαία υψώθηκε στις 20:30 μ.μ. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου που υπογράφηκε στις 30 Μαΐου του 1913 η Ικαρία αναγνωρίστηκε επίσημα ως ελληνική επαρχία.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά (1936-1941), γύρω στους δύο χιλιάδες ριζοσπάστες –όχι απαραίτητα αριστεροί- εξορίστηκαν σε διάφορα νησιά της Ελλάδας. Περίπου 150 από αυτούς, μέλη του ΚΚΕ οι περισσότεροι, αλλά και συνδικαλιστές ή πρώην κυβερνητικοί που είχαν χάσει τη θέση τους εξαιτίας των φιλελεύθερων, αλλά όχι απαραίτητα μαρξιστικών, πολιτικών τους απόψεων, βρέθηκαν εξόριστοι στην Ικαρία. Το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, που πραγματοποιούσε αυτούς τους εκτοπισμούς, έκρινε πως δεν υπήρχε λόγος να τους απομονώσουν από τους ντόπιους, όπως είχαν κάνει στην Ανάφη και στη Γαύδο.
Κατά την Ιταλογερμανική κατοχή διακόσιοι πενήντα Γερμανοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στον Αρμενιστή (10 Μαΐου του 1941) και παρέμειναν στην Ικαρία μέχρι και τον Ιούνιο του 1941, για να επιστρέψουν ξανά το Νοέμβριο του 1943 και να παραμείνουν μέχρι τον Αύγουστο του 1944. Ο βασικός στόχος της πρώτης τους επίσκεψης ήταν να ανοίξουν το δρόμο για τους Ιταλούς, για τους οποίους οι Έλληνες –ανάμεσά τους και οι Ικαριώτες- έτρεφαν βαθιά περιφρόνηση. Οι Ικαριώτες πέρασαν δύσκολα με τους Γερμανούς, καθώς οι τελευταίοι εφάρμοζαν εξαιρετικά αυστηρές και βίαιες τακτικές απέναντι στους ντόπιους. Οι Ιταλοί ήρθαν στην Ικαρία στα μέσα του Ιούνη και ακολούθησε περίοδος φτώχειας και ασιτίας.
Τον Οκτώβριο του 1941, μια ομάδα ανδρών συναντήθηκε στο Πετροπούλι για να συγκροτήσει και να οργανώσει το ΕΑΜ του νησιού. Ακολούθησε η ίδρυση της ικαριακής ΕΠΟΝ (της νεολαίας του ΕΑΜ) με διαρκώς αυξανόμενα μέλη. Οι σχέσεις των ντόπιων με τους Ιταλούς ήταν πλέον σχετικά καλές, όμως το χειμώνα του 1942, οι Ικαριώτες άρχισαν να μεταναστεύουν μαζικά, μέχρι και το 1943.
Στις 9 Σεπτεμβρίου που έγινε γνωστή η Ιταλική ανακωχή, το ΕΑΜ επιτέθηκε στη μικρή ιταλική φρουρά στο ακρωτήρι Πάπας και στη συνέχεια πολιόρκησε τον Εύδηλο. Μετά από διαπραγματεύσεις, οι Ιταλοί παρέδωσαν τα όπλα τους το πρωί της επόμενης ημέρας. Οπλισμένοι με τα μοντέρνα ιταλικά όπλα, οι ΕΑΜίτες προχώρησαν προς τις Ράχες και τελικά επικράτησαν στο βουνό χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα. Ωστόσο το ίδιο βράδυ ιταλικές ενισχύσεις έφθασαν στον Άγιο Κήρυκο από τη Λέρο, το ΕΑΜ αποσύρθηκε στα βουνά περιμένοντας βρετανικές ενισχύσεις από τη Σάμο, ενώ Γερμανοί πράκτορες κατέφθασαν στον Άγιο Κήρυκο για να πείσουν τους Ιταλούς να απορρίψουν την ανακωχή.
Τελικά, οι Βρετανοί άρχισαν σιγά-σιγά να καταλαμβάνουν τα Δωδεκάνησα και η Σάμος και η Ικαρία έγιναν οι πρώτες απελευθερωμένες περιοχές της Ελλάδας. Στις 12 Νοεμβρίου 1943, οι Γερμανοί ξεκίνησαν την «Επιχείρηση Ποσειδών», μια βίαιη και εκδικητική επιχείρηση εκκαθάρισης του Αιγαίου από τους Βρετανούς. Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, τον Αύγουστο του 1944, οι Γερμανοί άρχισαν να αποσύρονται και στις 11 του Σεπτέμβρη εγκατέλειψαν και την Ικαρία, αφήνοντας πίσω τους συντρίμμια και απόγνωση.
Σύγχρονη Ιστορία (1945 έως σήμερα)
Όταν ξεκίνησε ο Εμφύλιος πόλεμος, η Ικαρία χρησίμευσε ως τόπος εξορίας, αρχικά για λίγους και αργότερα για περισσότερους πολιτικούς εξόριστους. Οι κάτοικοι του νησιού, ακόμα και αυτοί που είχαν αντίθετα πολιτικά φρονήματα, έδειξαν ανθρωπιά απέναντι στους εξόριστους, που προσπαθούσαν να επιβιώσουν και να συνυπάρξουν μαζί τους σε μια δύσκολη περίοδο απόλυτης ανέχειας και πείνας. Το 1950 η κυβέρνηση του Κέντρου, υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα, απελευθέρωσε τους κομμουνιστές κρατούμενους και έπαψε να χρησιμοποιεί την Ικαρία ως τόπο εξορίας.
Λίγο αργότερα, ξεκίνησε ο δεύτερος μαζικός διωγμός των κομμουνιστών σε ολόκληρη τη χώρα. Αυτοί, στην πλειοψηφία τους μέλη του Δημοκρατικού Στρατού, προτίμησαν να μεταναστεύσουν παρά να απαρνηθούν τα «πιστεύω» τους, ενώ όσοι δεν μπόρεσαν να φύγουν ξεκίνησαν το λεγόμενο «δεύτερο αντάρτικο». Πολλοί από τους Ικαριώτες κομμουνιστές που επέλεξαν να παραδοθούν εξορίστηκαν τελικά στη Μακρόνησο και ακόμα περισσότεροι φυλακίστηκαν. Η βασικότερη ίσως συνέπεια του Εμφυλίου πολέμου στην Ικαρία ήταν το γιγάντιο κύμα μετανάστευσης που προκλήθηκε και το οποίο κράτησε ως τις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Μετά την αντιπολίτευση, ξεκίνησε μια προσπάθεια για την ανασύνταξη της Ικαρίας από όσους είχαν απομείνει στο νησί. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο πληθυσμός του νησιού άρχισε να ενισχύεται από παλιννοστούντες Ικαριώτες, κυρίως συνταξιούχους, οι οποίοι πάντοτε ονειρεύονταν την επιστροφή στη γενέτειρά τους.
Αρχιτεκτονική
Εναρμόνιση με το φυσικό τοπίο και απόλυτη προστασία από τους πειρατές ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά των σπιτιών της Ικαρίας. Οι περίπου εβδομήντα οικισμοί του νησιού είναι αραιοδομημένοι και διάσπαρτοι, περιλαμβάνοντας και καλλιεργήσιμες εκτάσεις.
Τα οικήματα αρχικά ήταν συνήθως μονόχωρα και χυτά ή ορτοκατέβατα, όπως τα ονομάζουν οι ντόπιοι. Παρατηρώντας τη στέγη ενός χυτού δημιουργείται η εντύπωση ότι χύνεται προς τα κάτω, ενώ τέτοιου είδους οικήματα δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στην Ελλάδα. Είχαν ορθογώνια κάτοψη, με τη μακριά πλευρά τους παράλληλη προς τις γραμμές του εδάφους που βρίσκονταν στο ίδιο ύψος, διέθεταν ένα δωμάτιο και μονόρριχτη στέγη, με κλίση προς την κατωφέρεια. Συχνά το ύψος της πρόσοψης δεν ξεπερνούσε το ένα μέτρο και εκεί βρισκόταν το μοναδικό –συνήθως- άνοιγμα του κτίσματος, η πόρτα, η οποία έκλεινε με καρφωτό φύλλο. Μπροστά της και σε μικρή απόσταση, χτιζόταν συχνά ένας αυλότοιχος από ξερολιθιά, που έκρυβε πίσω του το σπίτι. Καπνοδόχος, φυσικά, δεν υπήρχε, για να εξυπηρετούνται οι ανάγκες απόκρυψης και παραλλαγής. Ο καπνός της εστίας έφευγε από ένα άνοιγμα στη στέγη, που καλυπτόταν από μια μετατοπιζόμενη πλάκα, τον ανεφάντη. Στις περιπτώσεις που, λόγω κρύου ή υψηλής επικινδυνότητας, η οικογένεια δεν μπορούσε να ανοίξει τον ανεφάντη, ο καπνός διέφευγε από τις χαραμάδες της στέγης.
Τα παραδοσιακά ικαριώτικα σπίτια χτίζονταν σε σημεία με φυσική προστασία και κατασκευάζονταν από πέτρα, το μόνο υλικό που υπάρχει σε αφθονία στο νησί. Ιδιαίτερα εύχρηστος ήταν ο σχιστόλιθος, ο οποίος μπορεί να πάρει μεγάλη ποικιλία μορφών κατόπιν κατεργασίας και είναι ανθεκτικός. Παλαιότερα, τα κτίσματα κατασκευάζονταν με ξερολιθιά. Οι πέτρες συναρμόζονταν με τέτοιο τρόπο ώστε να αφήνεται το μικρότερο δυνατό κενό μεταξύ τους, το οποίο αργότερα βούλωναν με μικρές πέτρες. Οι στέγες κατασκευάζονταν κεκλιμένες, με ξύλινο σκελετό και επικάλυψη από πλάκες. Αυτές πελεκίζονταν ώσπου να αποκτήσουν ορθογώνιο σχήμα και τοποθετούνταν από τα χαμηλά άκρα της στέγης προς την κορυφή. Το δάπεδο του σπιτιού στρωνόταν παλαιότερα με καλά πατημένο χώμα, ενώ αργότερα αυτό αντικαταστάθηκε από πλάκες ή ξύλο. Σχεδόν κάθε σπίτι συνοδευόταν από έναν οικογενειακό κρυψώνα, το χωστοκέλι, που λειτουργούσε και ως αποθήκη. Αυτό ήταν σκαμμένο στο πίσω μέρος του σπιτιού και η οικογένεια είχε πρόσβαση σ’ αυτό από ένα μικρό άνοιγμα στον πίσω τοίχο.
Πολύ συχνά, οι άνθρωποι έχτιζαν τα σπίτια τους εφαπτόμενα με τεράστιους βράχους, εκμεταλλευόμενοι το σχήμα και τον όγκο τους στη δομή του σπιτιού. Στα δυτικά του οι κοιλότητες των μεγάλων μονολιθικών γρανιτών –λούροι- στρογγυλού και πλακοειδούς σχήματος, αποτέλεσαν το τέλειο από τους πειρατές και ταυτόχρονα ένα έτοιμο σπίτι.
Στο εσωτερικό τους, τα πιο παλιά σπίτια δεν είχαν τζάκι, αλλά μια μορφή εστίας στο δάπεδο, κοντά στον τοίχο. Απαραίτητος σε κάθε σπίτι ήταν και ο χειρόμυλος. Το βράδυ η εστία καθαριζόταν και η οικογένεια κοιμόταν στο ζεστό πάτωμα, πάνω σε δέρματα ζώων ή στον λεγόμενο καμβά (τρίχινο ύφασμα).
Σιγά σιγά άρχισαν να προστίθενται παράθυρα στο οίκημα, ενώ οι διαστάσεις του σπιτιού μεγάλωσαν λίγο, δημιουργώντας όμως πρόβλημα στη στήριξη της χυτής στέγης, που αντιμετωπίστηκε με μια νέα κατασκευαστική λύση: τη δίρριχτη –αμφικλινή- στέγη. Στο εσωτερικό, η εστία αντικαταστάθηκε από κανονικό τζάκι στο κέντρο του μπροστινού τοίχου, ενώ στη γωνία απέναντι από την είσοδο βρισκόταν ο φούρνος, επάνω σε πετρόκτιστη βάση με αποθηκευτικό χώρο. Στις αρχές του 19ου αιώνα, με τον περιορισμό της πειρατείας, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και διώροφα κτίσματα, με τετράγωνη ή σχεδόν τετράγωνη κάτοψη και δίρριχτη, συνήθως, στέγη.
Στον μικρό χώρο μπροστά από το σπίτι, ο προστατευτικός αυλότοιχος απέκτησε χρηστικό ρόλο, αφού ενσωμάτωνε μια χαμηλή πεζούλα, τζάκι για μαγείρεμα, νεροχύτη, λαϊνοστάτη (θέση για τη στάμνα), χώρους για τα σκεύη και ειδικά στηρίγματα για την κληματαριά. Γύρω από το σπίτι βρίσκονταν η γηστέρνα –ανοιχτή δεξαμενή νερού για το πότισμα-, ο στάβλος –αχερώνας-, το κοτέτσι –κοταριό-, το χοιροστάσιο –αλιώρι-, το πατητήρι και το αλώνι.
Τα παραπάνω στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του Γιώργου Ν. Κόκκινου, «Η παραδοσιακή Κατοικία της Ικαρίας», που εκδόθηκε το 2005 από την Εταιρεία Ικαριακών Μελετών.
Κουζίνα
Ο Πράμνιος οίνος
Η Ικαρία είναι γνωστή για το κρασί της και όχι άδικα. Από τους αρχαίους χρόνους ακόμα, ο περίφημος Πράμνιος οίνος ταξίδευε από το νησί για να προσφέρει ικανοποίηση σε ουρανίσκους που βρίσκονταν σε πολλά σημεία του Ελληνισμού. Μάλιστα, η Οινόη –ο σημερινός Κάμπος- πήρε το όνομά της από τα αμπέλια τα οποία οι αρχαίοι ονόμαζαν «οίνας», ενώ το όνομα Πράμνος είναι η αρχαία ονομασία του όρους Αθέρας, στο οποίο βρίσκονταν και πολλοί από τους αμπελώνες.
Στα ικαριώτικα κρασιά, η κυρίαρχη κόκκινη ποικιλία είναι το Φωκιανό, ενώ στο λευκό η ιδιαίτερη ποικιλία του νησιού ονομάζεται Μπεγλέρι και δίνει ένα κρασί με πολύ ιδιαίτερο άρωμα. Μια συνοινοποίηση των δύο αυτών ποικιλιών δίνει ένα, επίσης πολύ ωραίο, ροζέ κρασί. Η Ικαρία είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου παράγεται, με φυσικό τρόπο, ένα τόσο υψηλόβαθμο κρασί –γύρω στους 16 βαθμούς!- με μια διαδικασία απαράλλαχτη εδώ και αιώνες. Σήμερα, το κρασί καταναλώνεται παραδοσιακά, σε καθημερινή βάση, και είναι απόλυτα ενταγμένο στο εθιμοτυπικό της ικαριώτικης φιλοξενίας. Μεγάλες ποσότητες καταναλώνονται επίσης στα πανηγύρια, στους γάμους, τα βαπτίσια, στις γιορτές και στα μνημόσυνα.
Ντόπια προϊόντα
Δοκιμάστε το ντόπιο μέλι που δεν λείπε καθ’ όλη η διάρκεια του χρόνου, αφού οι μέλισσες έχουν να διαλέξουν ανάμεσα σε μια μεγάλη ποικιλία από δένδρα και φυτά που ανθίζουν διαδοχικά σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Μην παραλείψετε να δοκιμάσετε και την καθούρα, ένα πεντανόστιμο τυρί από κατσικίσιο γάλα, που παράγεται κυρίως στα σπίτια για οικιακή κατανάλωση. Όταν είναι πολύ φρέσκο, θυμίζει λίγο τη μοτσαρέλα, μόνο που είναι λίγο πιο αλμυρό. Η καθούρα ξεραίνεται για τρίψιμο και διατηρείται στην άρμη.
Ντόπιες λιχουδιές
Επηρρεασμένη από την Ανατολή, λόγω γεωγραφίας και στενών οικονομικών σχέσεων με τα μικρασιατικά παράλια, και ιδιαίτερα ευρηματική λόγω φτώχιας στο παρελθόν, η καριώτικη κουζίνα είναι αρκετά ευρηματική. Δοκιμάστε κολοκυθοκεφτέδες, ρεβιθοκεφτέδες και ντοματοκεφτέδες και ευχαριστήστε το στομάχι σας με δύο γνήσιους εκπροσώπους της ικαριώτικης κουζίνας: το σουφικό και το μαγειρειό ή πάμπειον, δύο πεντανόστιμα φαγητά για χορτοφάγους. Τα γεμιστά, μαγειρεύονται εδώ με την προσθήκη πολλών μυρωδικών, πράγμα που τα κάνει κάπως διαφορετικά από τα κλασικά γεμιστά, ενώ οι τοπικές πίτες είναι πραγματικά μεγαλειώδεις. Όσο για τα ψάρια, θα τα βρείτε κυρίως στη σχάρα, ενώ το κοκκινιστό κατσικάκι, που μαγειρεύεται με αμέτρητους διαφορετικούς τρόπους, είναι εξαιρετικό. Από γλυκά, άλλο τίποτα στην Ικαρία, γι’ αυτό οι λάτρεις της γλυκόζης μην ανησυχείτε. Εκεί θα βρείτε τα πάντα.
Έθιμα
Όπως θα έχετε σίγουρα ακούσει, το απόλυτο έθιμο στην Ικαρία είναι –τι άλλο;- τα περίφημα πανηγύρια. Γεννήθηκαν πλαισιώνοντας τις θρησκευτικές γιορτές, όπως συνέβη παντού στη χώρα μας, ωστόσο στο πέρασμα του χρόνου εξελίχθηκαν σε έναν τρόπο για να συγκεντρώνουν πόρους ώστε να πραγματοποιούν έργα κοινής ωφέλειας. Έτσι, πολλά από τα καλοκαιρινά, κυρίως, πανηγύρια δεν συνδέονται απαραίτητα με κάποια θρησκευτική γιορτή. Στα πανηγύρια θα φάτε νόστιμο ψητό και βραστό κρέας, φρεσκοκομμένες σαλάτες, αφράτο ψωμί και πολύ κρασί!
Παλιότερα γίνονταν με τη συνοδεία της λύρας και της τσαμπουνοφυλάκας –η νησιώτικη τσαμπούνα, η γκάιντα-, σήμερα όμως θα συναντήσετε κυρίως βιολί, λαούτο και κιθάρα και πιο σπάνια, κρουστά. Θα χορέψετε βαλς, ταγκό και νησιώτικα, πιθανόν κάποια λαϊκά άσματα, ίσως μερικά τσιφτετέλια, αλλά από κανένα πανηγύρι δεν λείπει ο ικαριώτικος, ο πιο δημοφιλής σκοπός σε ολόκληρο το Αιγαίο. Μαζέψτε δυνάμεις και χορέψτε αγαλιασμένοι παρέα με ντόπιους και επισκέπτες στα πανηγύρια που πραγματοποιούνται όχι μόνο το καλοκαίρι, αλλά σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Ο παραδοσιακός ικαριώτικος γάμος είναι και αυτός κάτι σαν μίνι πανηγύρι, καθώς είναι απόλυτα ανοιχτός σε όλους. Πρόκειται για ένα έθιμο που απαιτεί οι προσκεκλημένοι (και όχι μόνο) να βρίσκονται απαραιτήτως στο γλέντι και δευτερευόντως στην εκκλησία. Έτσι, στο τραπέζι τελικά υπάρχουν συνήθως διαθέσιμες γύρω στις 1.500 μερίδες φαγητού (!), αφού υπολογίζεται ότι ο κάθε προσκαλεσμένος μπορεί να φέρει μαζί τους γύρω στους πέντε ακόμη, ενώ ευπρόσδεκτοι είναι και οι απλοί περαστικοί.
Ένα ακόμη ιδιαίτερο έθιμο είναι αυτό του Αϊ Βασίλη, που με διάφορες παραλλαγές υπάρχει και σε άλλα νησιά της Ελλάδας. Την πρώτη μέρα του χρόνου –ενίοτε για περισσότερες από μία μέρες-, οι άντρες του χωριού μαζεύονται σε παρέες και επισκέπτονται ένα-ένα όλα τα σπίτια της περιοχής τους. Εκεί τους υποδέχονται οι γυναίκες, με μεζέδες και κρασί, για να τραγουδήσουν διάφορα άσματα, καθώς και τον «Αϊ Βασίλη» σε διάφορες παραλλαγές του, τα παραδοσιακά κάλαντα που όμως έχουν αρχίσει σιγά-σιγά να ξεχνιούνται.
Στο Καρναβάλι οι Ικαριώτες φορούν οτιδήποτε προκειμένου να καλύψουν κάθε εκατοστό από το κορμί τους και μεταμορφώνονται στους «Μουτσουνιάρηδες». Επισκέπτονται τα σπίτια των συγχωριανών τους και τους «ενοχλούν» με οποιονδήποτε τρόπο μπορούν –χωρίς βέβαια να τους μιλάνε- μέχρι αυτοί να κατορθώσουν να μαντέψουν ποιοι είναι. Πολύ συχνά όμως, το μυστήριο δεν λύνεται κυριολεκτικά ποτέ...
Από τα πασχαλινά έθιμα, αυτό που ξεχωρίζει είναι ο Σωρός, όπως ονομάζεται στα χωριά του Αγίου Κηρύκου ή αλλιώς Αφανός, όπως το λένε στο Καραβόσταμο. Σύμφωνα με το έθιμο, κάθε χωριό διαμορφώνει έναν τεράστιο σωρό από ξύλα, τον οποίο τελικά καίει κατά τη διάρκεια της Ανάστασης. Μέχρι τότε όμως, κάθε χωριό πρέπει κυριολεκτικά να φρουρεί τον σωρό του, γιατί τα ανταγωνιστικά χωριά επιδιώκουν να τον κάψουν ή να τον αρπάξουν, με στόχο το θέαμα να είναι λιγότερο εντυπωσιακό. Στο Καραβόσταμο, οι βασικοί αντίπαλοι είναι το Άνω και το Κάτω Καραβόσταμο, που τις μέρες του Πάσχα βρίσκεται σε εμφύλιο πόλεμο.
Το Πάσχα γίνονται και τα μνημόσυνα, τα οποία αποτελούν για τους Ικαριώτες ένα είδος γιορτής στη μνήμη των προγόνων και οργανώνονται από τους τοπικούς συλλόγους σε κλειστό χώρο, δωρεάν.
Ένα άλλο πασχαλινό έθιμο είναι και το παραδοσιακό κάψιμο του Ιούδα που πραγματοποιείται στο Γλαρέδο, στον Άγιο Κήρυκο και στον Χριστό.
Τα χοιροσφάγια, είναι άλλο ένα έθιμο που δεν θα βρείτε μόνο στην Ικαρία. Κατά τον Νοέμβρη ή και αργότερα, όλες οι οικογένειες συνήθιζαν να σφάζουν κάποια από τα οικόσιτα γουρούνια τους και με το κρέας τους οι νοικοκυρές έφτιαχναν διάφορα εδέσματα, τα οποία προσέφεραν σε όποιον τους επισκεπτόταν στο σπίτι τους που παρέμενε ανοιχτό επί μέρες. Σήμερα τα χοιροσφάγια πραγματοποιούντια σε πιο περιορισμένο βαθμό.
Τα κείμενα έχει συντάξει και επιμεληθεί η Αλεξία Παλαιστή, συγγραφέας του βιβλίου Ανεξευρένητη Ικαρία & Φούρνοι.






